Μια νέα και ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη σημειώνεται στην υπόθεση του γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη, καθώς η Αρχή για το Ξέπλυμα Χρήματος προχώρησε στη δέσμευση ολόκληρης της περιουσίας του, καθώς και της εταιρείας «GT Gallery Τσαγκαράκης ΕΠΕ». Η κίνηση αυτή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα των στοιχείων που έχουν συγκεντρωθεί έως τώρα.
Η απόφαση βασίστηκε στα ευρήματα της κύριας ανάκρισης και της αστυνομικής έρευνας, σύμφωνα με τα οποία ο κατηγορούμενος φέρεται να είχε αναπτύξει εκτεταμένη δραστηριότητα στον χώρο της τέχνης, η οποία –κατά τις Αρχές– ξεπερνούσε τα όρια της νόμιμης επιχειρηματικής δράσης. Συγκεκριμένα, του αποδίδεται ότι μέσω της εταιρείας του εμπορευόταν αρχαία και νεότερα έργα μεγάλης αξίας χωρίς τις προβλεπόμενες διαδικασίες, ενώ παράλληλα φέρεται να διακινούσε έργα αμφίβολης ή ακόμη και αποδεδειγμένα μη αυθεντικής προέλευσης, παρουσιάζοντάς τα ως γνήσια.
Η υπόθεση άρχισε να αποκαλύπτεται ύστερα από καταγγελίες αγοραστών, οι οποίοι εκτιμάται ότι εξαπατήθηκαν, πιστεύοντας πως αγόραζαν έργα γνωστών καλλιτεχνών. Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε χώρους που χρησιμοποιούσε στο Κολωνάκι και τη Γλυφάδα έφεραν στο φως μεγάλο αριθμό έργων τέχνης, εκ των οποίων ελάχιστα κρίθηκαν αυθεντικά, ενισχύοντας τα σενάρια περί οργανωμένης απάτης.
Ταυτόχρονα, στο επίκεντρο των ερευνών βρέθηκαν και αντικείμενα υψηλής πολιτιστικής αξίας, όπως βυζαντινές εικόνες και παλαιά κειμήλια. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός Ευαγγελίου του 18ου αιώνα που εντοπίστηκε κρυμμένο, γεγονός που ενδυνάμωσε τις υποψίες για παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων.
Στο οικονομικό σκέλος, οι Αρχές εκτιμούν ότι τα κέρδη από τη φερόμενη δραστηριότητα ήταν ιδιαίτερα υψηλά. Κατά τις έρευνες κατασχέθηκαν πάνω από 193.000 ευρώ και 32.000 δολάρια από τους χώρους της επιχείρησης, ενώ ακόμη 19.000 ευρώ βρέθηκαν σε όχημα του κατηγορούμενου.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι τα ποσά αυτά αποτελούν προϊόντα εγκληματικών ενεργειών, που συνδέονται με υπεξαίρεση πολιτιστικών αγαθών, διακίνηση πλαστών έργων και απάτη άνω των 120.000 ευρώ. Παράλληλα, εξετάζεται το ενδεχόμενο να επιχειρήθηκε η «νομιμοποίηση» των χρημάτων μέσω ένταξής τους σε νόμιμες δραστηριότητες ή μεταφοράς τους σε τρίτους για να δυσχερανθεί ο εντοπισμός της προέλευσής τους.
Υπό αυτές τις συνθήκες, κρίθηκε αναγκαία η άμεση λήψη μέτρων. Η απόφαση προβλέπει δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, επενδύσεων και θυρίδων, τόσο του ίδιου όσο και της εταιρείας του, ενώ απαγορεύεται και η πρόσβαση σε αυτές. Τα μέτρα επεκτείνονται και σε κοινούς λογαριασμούς με τρίτους, με εξαίρεση ποσά που καλύπτουν βασικές ανάγκες διαβίωσης, λειτουργικά έξοδα, νομική υποστήριξη και αποδοχές.