Στην αντιμετώπιση του διαχρονικού φαινομένου των ανενεργών ή χαμένων κληρονομιών προχωρά η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης και των σύγχρονων πληροφοριακών συστημάτων. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που στοχεύει στον έγκαιρο εντοπισμό και την αυτόματη ειδοποίηση των κληρονόμων, οι οποίοι συχνά αγνοούν την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων που τους ανήκουν, είτε πρόκειται για ακίνητα είτε για τραπεζικές καταθέσεις.
Ο νέος μηχανισμός θα ενεργοποιείται με την καταγραφή ενός θανάτου στο Μητρώο Πολιτών. Από εκείνη τη στιγμή, η ΑΑΔΕ θα διασταυρώνει στοιχεία από υποθηκοφυλακεία, τράπεζες, το Κτηματολόγιο και άλλα μητρώα, ώστε να εντοπίζει την κληρονομούμενη περιουσία και τους νόμιμους δικαιούχους. Στη συνέχεια, μέσω του Taxisnet, οι συγγενείς θα λαμβάνουν ηλεκτρονική ειδοποίηση με αναλυτικές οδηγίες για τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθήσουν, τις σχετικές προθεσμίες, καθώς και την υποχρέωση υποβολής δήλωσης φόρου κληρονομιάς.
Με αυτόν τον τρόπο, επιδιώκεται να περιοριστεί το φαινόμενο των περιουσιών που καταλήγουν στο Δημόσιο είτε λόγω άγνοιας είτε εξαιτίας φόβου για πιθανά χρέη. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε χρόνο χιλιάδες τέτοιες υποθέσεις παραμένουν στα αζήτητα, ενώ οι δικαιούχοι χάνουν πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία χωρίς να το γνωρίζουν.
Οι κληρονόμοι θα έχουν περιθώριο τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία ειδοποίησης για να δηλώσουν αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομιάς. Η αποδοχή θα πραγματοποιείται μέσω της αρμόδιας ΔΟΥ, όπου θα δηλώνεται αναλυτικά η περιουσία ώστε να υπολογιστεί ο αντίστοιχος φόρος. Στην περίπτωση αποποίησης, απαιτείται ρητή δήλωση ενώπιον του γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου, χωρίς άλλες φορολογικές υποχρεώσεις.
Σημειώνεται πως το φορολογικό καθεστώς θα συνεχίσει να ευνοεί τους συγγενείς πρώτου βαθμού, σύζυγο, τέκνα και γονείς, οι οποίοι απολαμβάνουν αφορολόγητο όριο έως και 150.000 ευρώ. Για περιουσία πέραν αυτού του ποσού, ο φόρος θα κυμαίνεται από 1% έως 10%, αναλόγως της αξίας. Αντιθέτως, πιο μακρινοί συγγενείς ή μη συγγενικά πρόσωπα θα υπόκεινται σε σαφώς βαρύτερη φορολόγηση, που μπορεί να φτάσει έως και το 40%, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη νομική ή φοροτεχνική καθοδήγηση πριν από οποιαδήποτε απόφαση.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στις τραπεζικές καταθέσεις. Οι τράπεζες υποχρεούνται να ειδοποιούν το Δημόσιο αμέσως μετά την ενημέρωση για τον θάνατο ενός πελάτη τους, ώστε στη συνέχεια η ΑΑΔΕ να ενημερώνει τους νόμιμους δικαιούχους, αποτρέποντας την κατάληξη των χρημάτων στο Δημόσιο ταμείο.