Είναι πλέον σαφές ότι οδεύουμε προς μια νέα παραγωγική επανάσταση όπου οι συντελεστές παραγωγής πλούτου και αξίας θα είναι αισθητά διαφορετικοί από τους αντίστοιχους του παρελθόντος. Και η διαδικασία αυτή είναι μια από τις κύριες αιτίες των γεωπολιτικών ανακατατάξεων και πολιτικών κρίσεων που βιώνουμε.
Ο αείμνηστος Αυστριακός οικονομολόγος Γιόζεφ Αλοΐς Σουμπέτερ (1883-1950) στο έργο του «Σοσιαλισμός, Καπιταλισμός, Δημοκρατία», τόνιζε ότι «καπιταλισμός και στασιμότητα είναι δύο ασυμβίβαστες καταστάσεις. Υπό αυτή την έννοια, ένας σταθερός καπιταλισμός αποτελεί αντίφαση και δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί τότε θα σταματούσε και η δημιουργική καταστροφή, που είναι η ψυχολογική πρώτη ύλη του». Χάρη σε αυτή την τελευταία, οι αναπτυγμένες κοινωνίες, από τον ατμό και τα υγρά καύσιμα ως κινητήριες βιομηχανικές δυνάμεις, σήμερα βρίσκονται μπροστά στην Τεχνητή Νοημοσύνη (Τ.Ν.). Μήπως λοιπόν έχουμε ανάγκη από έναν νέο Σουμπέτερ; Δεν είναι απαραίτητη μια νέα θεωρητική ανάλυση των φαινομένων της «δημιουργικής καταστροφής»; Γιατί άραγε στις ΗΠΑ τούς αποκαλούν disruptors (θορυβοποιούς, ή διαλυτές, ή διασπαστές);
Ο Γεδεών Ρόουζ, εκδότης του γνωστού μηνιαίου περιοδικού Foreign Affairs έχει τη δική του ερμηνεία: «Είναι οι άνθρωποι που με εμπιστοσύνη δρουν πέρα από οικογενειακά ταμπού και κοινωνικές αντιστάσεις και, μέσα από νέους συνδυασμούς οικονομικών συντελεστών, ανοίγουν νέους δρόμους», λέει. Είναι όμως λίγοι, καθ’ όσον οι ανατροπές απαιτούν και μεγάλες δόσεις τόλμης. Ίσως λοιπόν οι καλύτερες περιγραφές για τους επιχειρηματίες και το επιχειρείν από διαφορετικές οπτικές γωνίες να έγιναν από τους Καρλ Μαρξ και Γιόζεφ Σουμπέτερ - με τον τελευταίο να είναι και ο μέγας θεωρητικός της «δημιουργικής καταστροφής». Διότι αυτό που πετυχαίνουν με τις εφευρέσεις και τις καινοτομίες τους οι περίφημοι disruptors, δεν είναι τίποτε άλλο παρά «δημιουργική καταστροφή». Ωστόσο, για να γίνει αυτή πράξη και να μπορέσει έτσι να εμπνεύσει κάποιους εγχώριους «ανατροπείς» κεκτημένων, απαιτείται όραμα. Αυτό δηλαδή που λείπει παντελώς στη χώρα μας.
Πριν από αρκετά χρόνια είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω στην Αθήνα με τον νομπελίστα της Ειρήνης για το 2006, Μουχάμαντ Γιούνους, τον εφευρέτη των μικροπιστώσεων. Μεταφέρω τα λόγια του, που δεν ξεχνιούνται όταν κάποιος θέλει να καταλάβει την πραγματικότητα: «Οι φτωχοί δεν είναι υπεύθυνοι για τη φτώχεια τους. Δεν είναι ούτε τεμπέληδες ούτε ανίκανοι. Είναι όμως θύματα της κοινωνίας και της πολιτικής που τους θέλει φτωχούς και τους συντηρεί στη φτώχεια. Αν όμως προσέφερε στον καθένα την ευκαιρία να γίνει επιχειρηματίας, ένα ολόκληρο πολιτικο-κοινωνικό σκηνικό θα άλλαζε. Πέρα από κάθε ντετερμινισμό, κανείς δεν γεννιέται επιχειρηματίας· γίνεται. Ωστόσο, αυτό μπορεί να συμβεί μόνον αν τους το επιτρέπει το σύστημα μέσα στο οποίο εξελίσσονται οι άνθρωποι. Το πραγματικό επιχειρείν, που απέχει πολύ από του να είναι απλή συσσώρευση πλούτου, είναι πριν απ’ όλα φιλοσοφική επιλογή». Αυτά τόνιζε ένας άνθρωπος από το Μπαγκλαντές ο οποίος δικαίως μπορεί να υπερηφανεύεται ότι, με το σύστημά του έβγαλε από τη μιζέρια περισσότερα από 2 εκατομμύρια άτομα, κυρίως γυναίκες. Ο κόσμος αυτός ξέφυγε από τη μέγκενη της φτώχειας και του εθισμού σε αυτήν, γιατί είχε τη θέληση και τη δίψα να επιχειρήσει. Είχε το θάρρος και το όραμα να αναλάβει κινδύνους και να μην περιμένει κάποιους «μάγους» και «σωτήρες» να του βρουν μια θέση στο Δημόσιο και να τον συντηρούν με δανεικό χρήμα.
Η επιχειρηματικότητα, λοιπόν, είναι όραμα και δημιουργία. Ο κρατισμός που κυριαρχεί στο πλαίσιο των μεικτών οικονομιών, ο πελατειακός καπιταλισμός που επιχειρείται από τον Τραμπ στην Αμερική και ο πολιτικός αυταρχισμός που οδηγεί την κινεζική οικονομία, κάθε άλλο παρά καλά μαντάτα είναι για το αύριο. «Δεν υπάρχει πιο δημοκρατικός θεσμός από την ελεύθερη αγορά», έλεγε ο Γιόζεφ Αλοΐς Σουμπέτερ. Και αυτό παραπαίει επικίνδυνα σήμερα.