Κατά τη διάρκεια της ετήσιας τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών, ο Διευθύνων Σύμβουλος, Βασίλης Αποστολόπουλος, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν την περασμένη χρονιά στις σχέσεις με τις ασφαλιστικές εταιρείες, επισημαίνοντας πως η ένταση που επικρατεί στην αγορά δεν προέρχεται από τον όμιλο.
«Δεν τροφοδοτήσαμε ούτε προκαλέσαμε την υπάρχουσα ένταση. Αντιθέτως, είμαστε οι πρώτοι που αναγνωρίζουμε πως το σημερινό μοντέλο λειτουργίας των ασφαλιστικών έχει σοβαρές αδυναμίες. Καλούμε όσους έχουν στρατηγική προοπτική, όπως εμείς, να συνεργαστούμε για βιώσιμες λύσεις σε βάθος χρόνου», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Αποστολόπουλος επανέλαβε πως ο διάλογος αποτελεί βασική επιλογή για τον Όμιλο. «Πάντα βρισκόμαστε στο τραπέζι της συζήτησης, χωρίς να έχουμε κάτι να φοβηθούμε. Οι ασφαλιστικές γνωρίζουν ότι δεν έχουμε προχωρήσει σε αποεπενδύσεις με στόχο τη μεγιστοποίηση της δικής τους κερδοφορίας. Αντίθετα, επιδιώκουμε λύσεις κοινής ωφέλειας. Ωστόσο, είναι απαραίτητο και οι ίδιες οι εταιρείες να ενισχύσουν την ασφαλιστική διείσδυση στη χώρα, δεδομένου ότι ο ελληνικός πληθυσμός παραμένει υποασφαλισμένος σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες».
«Εμείς επιθυμούμε να συμβάλουμε, αλλά δεν μπορούμε να επωμιστούμε το βάρος αυτού του προβλήματος. Τα νέα συμβόλαια είναι διαφορετικά και δεν παρουσιάζουν τα ίδια ζητήματα. Κατανοούμε τις ανάγκες των ασφαλιστικών για αυξήσεις κεφαλαίου, όμως αυτό δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος μας», σημείωσε.
Σχετικά με τις μελλοντικές συνεργασίες, υπογράμμισε ότι «δεν είναι δυνατόν να συνεργάζονται όλοι με όλους. Πρέπει να υπάρχει συνάφεια μεταξύ των πλευρών και να σχεδιάζονται ασφαλιστικά προϊόντα προσαρμοσμένα σε συγκεκριμένα νοσοκομεία και ομίλους. Εάν μια ασφαλιστική μάς εξασφαλίζει όγκο περιστατικών, τότε και εμείς μπορούμε να προσφέρουμε καλύτερους οικονομικούς όρους. Δεν μπορούμε όμως να παρέχουμε αδιάκοπα εκπτώσεις».
Για τις τιμολογιακές εξελίξεις, ανέφερε πως οι συμβατικές αυξήσεις στα νοσήλια κυμαίνονται στο 2-3%, όμως στην πράξη υπάρχουν μειώσεις, λόγω των ελέγχων, των παραπομπών σε διαιτησία και των καθυστερήσεων πληρωμών που συχνά οδηγούν τις ασφαλιστικές στο να ζητούν πρόσθετες εκπτώσεις. «Η τακτική αυτή συνέβαλε σημαντικά στη μείωση των οικονομικών μας επιδόσεων την προηγούμενη χρονιά. Αυτό όμως δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον. Υπάρχει ένα όριο. Καμία ασφαλιστική εταιρεία δεν έχει έρθει να μας αναζητήσει για ουσιαστικό διάλογο», δήλωσε.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη επισημάνει, μέσω της Έκθεσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ότι το αυξημένο κόστος στις κλινικές οφείλεται εν μέρει σε ένα μοντέλο τιμολόγησης που ενθαρρύνει την υπερπαροχή υπηρεσιών και τις παρατεταμένες νοσηλείες, ανεξάρτητα από την ιατρική αναγκαιότητα.
Αν και οι ασφαλιστικές κατέγραψαν αυξημένα έσοδα το 2024, αντιμετώπισαν και αυξημένες υποχρεώσεις αποζημιώσεων. Οι νοσοκομειακές δαπάνες αποτελούν πλέον καίριο σημείο τριβής, με επίκεντρο ορισμένες ιδιωτικές κλινικές.
Ο όμιλος παραμένει σταθερός πυλώνας στον χώρο της ιδιωτικής υγείας
Ο κ. Αποστολόπουλος χαρακτήρισε το 2024 έτος μεγάλων αλλαγών στον κλάδο της υγείας, λόγω ιδιοκτησιακών ανακατατάξεων – όπως η εξαγορά του Hellenic Healthcare Group (Υγεία – Metropolitan) από την PureHealth από το Άμπου Ντάμπι – επισημαίνοντας ότι ο Όμιλος Ιατρικού Αθηνών παραμένει ο μοναδικός σταθερός φορέας, τόσο ως προς τη μετοχική του σύνθεση όσο και ως προς τη διοίκηση.
Όπως είπε, αντιμετωπίστηκαν σημαντικές προκλήσεις, μεταξύ των οποίων η αύξηση του κόστους προσωπικού, των αναλώσιμων, της ενέργειας και γενικά των πληθωριστικών πιέσεων. Ωστόσο, σημείωσε συνεχή αύξηση τόσο στον αριθμό των ασθενών όσο και στους συνεργαζόμενους ιατρούς, παρά τη συμφωνία Ερρίκος Ντυνάν – Euromedica.
Επενδύσεις και οικονομικά μεγέθη
Ο Όμιλος προχώρησε σε σημαντικές επενδύσεις, με πιο εξέχουσα τη δημιουργία του Διεθνούς Ογκολογικού Κέντρου στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, βρίσκεται σε διαδικασία αδειοδότησης το νέο "Healthcare Park" στο Ελληνικό, με την έναρξη εργασιών να έχει προγραμματιστεί για το 2026 και την ολοκλήρωση να τοποθετείται γύρω στο 2028, στο πλαίσιο της συνεργασίας με τη Lamda Development.
Οι επενδύσεις σε ιατρικό εξοπλισμό τα τελευταία δύο χρόνια άγγιξαν τα 60 εκατ. ευρώ. Μόνο για το 2024, οι κεφαλαιουχικές δαπάνες έφτασαν τα 29,7 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 13% σε σχέση με το 2023 (26,2 εκατ. ευρώ).
Ο κύκλος εργασιών του 2024 ανήλθε στα 269 εκατ. ευρώ, αυξημένος από τα 258 εκατ. του 2023. Τα λειτουργικά κέρδη EBITDA διαμορφώθηκαν στα 32 εκατ. ευρώ, μειωμένα κατά 16% έναντι των 38 εκατ. του προηγούμενου έτους, λόγω αύξησης του λειτουργικού κόστους. Τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 1,88 εκατ. ευρώ, έναντι 8,15 εκατ. το 2023.
Ο πρόεδρος του Ομίλου, Γιώργος Αποστολόπουλος, έδωσε έναν θετικό τόνο για τη συνέχεια, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Είμαστε εδώ και είμαστε καλά».