Στην παρούσα κοινοβουλευτική περίοδο, το 81% των τροπολογιών που κατατέθηκαν μόλις μία ημέρα πριν από την ψήφισή τους εισήχθησαν μεταξύ 21:00 και 01:00 τα ξημερώματα.
Η πρόσφατη συζήτηση σχετικά με τον Ν. 5308/2026 ανέδειξε εκ νέου διαχρονικά προβλήματα της νομοθετικής διαδικασίας στην Ελλάδα. Παρά τις βελτιώσεις που καταγράφονται στον Δείκτη Ποιότητας Νομοθέτησης, τον οποίο δημοσιεύει κάθε χρόνο το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών - Μάρκος Δραγούμης (ΚΕΦΙΜ), η κατάθεση άσχετων και ουσιαστικά εκπρόθεσμων τροπολογιών παραμένει μια επίμονη παθογένεια.
Παρότι ο συνολικός αριθμός των τροπολογιών και των συνολικών άρθρων έχει μειωθεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, καθεμία περιλαμβάνει πλέον περισσότερες διατάξεις. Το 2025 αντιστοιχούσαν σχεδόν τέσσερα άρθρα ανά τροπολογία, αριθμός διπλάσιος σε σχέση με το 2019, γεγονός που καταδεικνύει την αυξανόμενη χρήση ερανιστικών τροπολογιών.
Από το 2021 και μετά, η κατάθεση τροπολογιών έχει μετατοπιστεί έντονα στις νυχτερινές ώρες. Ενώ πριν από το 2020 μόλις το 2%–12% κατατιθέμενων τροπολογιών υποβάλλονταν μετά τις 21:00, το ποσοστό ξεπέρασε το 70% κατά την περίοδο 2023–2025.
Στην παρούσα κοινοβουλευτική περίοδο, από τον Ιούλιο του 2023 έως τον Μάιο του 2026, το 76% των τροπολογιών κατατέθηκε μεταξύ 21:00 και 01:00, ενώ περισσότερες από τις μισές κατατέθηκαν στο δίωρο 22:00–23:59.
Το πρόβλημα είναι εντονότερο στις τροπολογίες της τελευταίας στιγμής. Στην παρούσα κοινοβουλευτική περίοδο, το 81% όσων κατατέθηκαν μόλις μία ημέρα πριν από την ψήφισή τους εισήχθησαν στη Βουλή μεταξύ 21:00 και 01:00 τα ξημερώματα.
Η εξάλειψη της κατάθεσης τροπολογιών την ίδια ημέρα που ψηφίζονται, μία συνήθης πρακτική μέχρι το 2019, δεν αύξησε ουσιαστικά τον χρόνο κοινοβουλευτικής επεξεργασίας.
Στην πράξη, η κατάθεσή τους μεταφέρθηκε λίγες ώρες νωρίτερα, ημερολογιακά μία ημέρα πριν, αργά το προηγούμενο βράδυ. Το 2026, ένα μέλος της Βουλής έχει κατά μέσο όρο περίπου 11 ώρες ανά άρθρο τροπολογίας για να μελετήσει το περιεχόμενο και τις συνοδευτικές εκθέσεις, να διαβουλευτεί και να αποφασίσει για την ψήφο του.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Πρόκειται για μια διαχρονική πρακτική που περιορίζει τον διαθέσιμο χρόνο για ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο και αποδυναμώνει τη διαφάνεια της νομοθετικής διαδικασίας.
Η βελτίωση της ποιότητας της νομοθέτησης προϋποθέτει την τήρηση του Συντάγματος και του θεσμικού πλαισίου, την ουσιαστική διαβούλευση επί του συνόλου των προτεινόμενων ρυθμίσεων, την επαρκή τεκμηρίωσή τους και την αποφυγή άσχετων διατάξεων σε νομοσχέδια διαφορετικού αντικειμένου.
Ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας δήλωσε σχετικά: «Οι τροπολογίες μπορούν να εξυπηρετούν πραγματικές και επείγουσες ανάγκες. Όταν, όμως, κατατίθενται συστηματικά αργά τη νύχτα, περιλαμβάνουν άσχετες διατάξεις και ψηφίζονται λίγες μόλις ώρες αργότερα, περιορίζουν τον ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο και υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Παρά τη σημαντική βελτίωση που τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί, μεταξύ άλλων και στην πρόσφατη έρευνα του δικτύου EPICENTER, στην ποιότητα της νομοθέτησης, η Κυβέρνηση και η Βουλή οφείλουν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την πρακτική των ουσιαστικά εκπρόθεσμων και άσχετων τροπολογιών».