Σε νέα αύξηση των επιτοκίων τον Δεκέμβριο, έπειτα από μια περίοδο αναμονής, αναμένεται να προχωρήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), σύμφωνα με την πλειονότητα των οικονομολόγων που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg. Οι εκτιμήσεις, ωστόσο, αποκλίνουν από τις προσδοκίες των αγορών, οι οποίες προεξοφλούν έναν πιο επιθετικό κύκλο νομισματικής σύσφιγξης, υπό την πίεση των πληθωριστικών κινδύνων και της ενεργειακής αναταραχής που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν.
Ειδικότερα, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα αυξήσει το επιτόκιο καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης, στο 2,75%, κατά την τελευταία συνεδρίαση του 2026. Στη συνέχεια, αναμένουν ότι θα διατηρήσει αμετάβλητο το επιτόκιο έως τον Μάιο του 2028, όταν τοποθετούν την επόμενη μεταβολή του. Αντίθετα, οι επενδυτές στις αγορές χρήματος προεξοφλούν τρεις επιπλέον αυξήσεις μέσα στους επόμενους 12 μήνες.
Η απόκλιση αυτή αποτυπώνει την αβεβαιότητα γύρω από την πορεία της νομισματικής πολιτικής στην ευρωζώνη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η άνοδος του ενεργειακού κόστους θα αποδειχθεί προσωρινή ή εάν θα μεταφερθεί σταδιακά σε μισθούς, προϊόντα και υπηρεσίες, αναγκάζοντας την ΕΚΤ να διατηρήσει αυστηρότερη στάση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Πετρέλαιο και πληθωρισμός καθορίζουν τις αποφάσεις
Η πορεία των τιμών του πετρελαίου βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής των αγορών, καθώς οι διεθνείς ενεργειακές ανατιμήσεις ενισχύουν τους φόβους για νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού. Παρά τις πιέσεις, πάντως, οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι δεν υπάρχουν ακόμη σαφείς ενδείξεις πως το αυξημένο ενεργειακό κόστος έχει μεταφερθεί με γενικευμένο τρόπο στις μισθολογικές απαιτήσεις και στις τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών.
Ο Μπας φαν Χέφεν, οικονομολόγος της Rabobank, εκτιμά ότι δεν έχει καταγραφεί μέχρι στιγμής ευρεία μετάδοση των ενεργειακών ανατιμήσεων στην οικονομία. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι η ΕΚΤ δεν έχει λόγο να επιταχύνει τις κινήσεις της και μπορεί να περιμένει έως τον Δεκέμβριο, προκειμένου να αξιολογήσει πληρέστερα τα διαθέσιμα στοιχεία.
Η ΕΚΤ έχει ήδη προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο, ανταποκρινόμενη στις πληθωριστικές πιέσεις που συνδέονται με τον πόλεμο στο Ιράν. Ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,8% τον προηγούμενο μήνα, ενώ η οικονομική δραστηριότητα στην ευρωζώνη έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική από ό,τι προέβλεπαν αρκετοί αναλυτές.
Βασική επιδίωξη των κεντρικών τραπεζιτών είναι να αποτρέψουν το ενδεχόμενο το ενεργειακό σοκ να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά και να τροφοδοτήσει έναν νέο κύκλο ανατιμήσεων. Παρότι η πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων είχε εξεταστεί και για τον Οκτώβριο, το επικρατέστερο σενάριο παραμένει η αναμονή μέχρι τον Δεκέμβριο, οπότε η ΕΚΤ θα δημοσιοποιήσει και τις επικαιροποιημένες οικονομικές προβλέψεις της.
Χαμηλότερη ανάπτυξη και αυξημένοι πληθωριστικοί κίνδυνοι
Οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης αποτυπώνονται ήδη στις ανησυχίες για τις προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας. Στις προβλέψεις του Σεπτεμβρίου, η ΕΚΤ εκτιμούσε ότι το ΑΕΠ της ευρωζώνης θα αυξηθεί κατά 0,9% το 2026 και κατά 1,4% το 2027. Για τον πληθωρισμό, οι αντίστοιχες προβλέψεις διαμορφώνονταν στο 3% και στο 2,5%.
Σε ένα δυσμενέστερο σενάριο, η Τράπεζα προέβλεπε ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να φτάσει το 3,1% το 2026 και το 3,2% το 2027, καταδεικνύοντας τους κινδύνους που θα μπορούσε να προκαλέσει μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση.
Με τις τιμές του πετρελαίου να ξεπερνούν τα 110 δολάρια το βαρέλι, περισσότεροι από δύο στους τρεις οικονομολόγους της έρευνας θεωρούν πλέον ότι οι προοπτικές της οικονομίας της ευρωζώνης είναι δυσμενέστερες σε σχέση με το βασικό σενάριο που είχε παρουσιάσει η ΕΚΤ τον Σεπτέμβριο.
Ο Ντένις Σεν, καθηγητής στη Διεθνή Σχολή Διοίκησης του Βερολίνου, προειδοποιεί ότι όσο παραμένει υψηλός ο γενικός πληθωρισμός τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να επηρεαστούν οι μισθοί, οι τιμές και οι πληθωριστικές προσδοκίες. Μια τέτοια εξέλιξη θα δυσκόλευε την επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2%.
Κατά την εκτίμησή του, η πιθανότητα διατήρησης του πληθωρισμού σε επίπεδα υψηλότερα από τον στόχο της ΕΚΤ αποτελεί πλέον σημαντικότερο μεσοπρόθεσμο κίνδυνο από το ενδεχόμενο να υποχωρήσει κάτω από αυτόν.
Τα ομόλογα αυξάνουν την πίεση στην ευρωζώνη
Την ίδια στιγμή, οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ παρακολουθούν με ανησυχία την άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, η οποία αυξάνει το κόστος δανεισμού για κράτη και επιχειρήσεις και επιβαρύνει τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, και άλλα στελέχη της Τράπεζας έχουν επισημάνει ότι η αύξηση των αποδόσεων μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά για την οικονομική δραστηριότητα. Το ακριβότερο χρήμα περιορίζει τις επενδύσεις και την κατανάλωση, ενώ ενδέχεται να συγκρατήσει μέρος των πληθωριστικών πιέσεων που προκαλεί η άνοδος του ενεργειακού κόστους.
Ιδιαίτερη προσοχή συγκεντρώνουν τα γαλλικά ομόλογα. Η απόδοση του γαλλικού κρατικού ομολόγου αναφοράς έφτασε την εβδομάδα της έρευνας στο 5%, για πρώτη φορά από το 2002, εντείνοντας τις ανησυχίες για την πορεία των δημόσιων οικονομικών της χώρας και τον κίνδυνο νέων πιέσεων στην αγορά κρατικού χρέους της ευρωζώνης.
Σε αυτό το περιβάλλον, επανέρχεται στο προσκήνιο η συζήτηση για το ενδεχόμενο ενεργοποίησης του Μέσου Προστασίας της Μετάδοσης (Transmission Protection Instrument – TPI) από την ΕΚΤ. Πρόκειται για ένα εργαλείο που έχει σχεδιαστεί ώστε να αντιμετωπίζει αδικαιολόγητες και άτακτες αναταράξεις στις αγορές ομολόγων, όταν αυτές απειλούν την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης.
Παρά τις πιέσεις, οι οικονομολόγοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς την πιθανότητα παρέμβασης. Σύμφωνα με την έρευνα, το 70% των συμμετεχόντων αποκλείει οποιαδήποτε μορφή παρέμβασης, ενώ περίπου το 90% θεωρεί απίθανη την ενεργοποίηση του TPI.
Γιατί παραμένει δύσκολη μια παρέμβαση της ΕΚΤ
Ο Κάρστεν Γιούνιους, επικεφαλής οικονομολόγος της Bank J. Safra Sarasin, εκτιμά ότι η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων μπορεί να αποδοθεί τόσο στην αυξημένη παγκόσμια ζήτηση για κεφάλαια όσο και στην επιδείνωση των δημοσιονομικών προοπτικών σε πολλές οικονομίες.
Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρεί ότι θα ήταν δύσκολο για την ΕΚΤ να αιτιολογήσει την ενεργοποίηση του TPI, καθώς η άνοδος των αποδόσεων δεν συνδέεται απαραίτητα με αδικαιολόγητες πιέσεις ή δυσλειτουργίες στις αγορές.
Ορισμένοι οικονομολόγοι, πάντως, αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο ηπιότερων παρεμβάσεων. Αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν δημόσιες τοποθετήσεις με στόχο την αποκλιμάκωση των ανησυχιών, προσεκτικότερη διατύπωση των μηνυμάτων για τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων ή ακόμη και την αναστολή της ποσοτικής σύσφιγξης.
Μέσω της ποσοτικής σύσφιγξης, η ΕΚΤ περιορίζει σταδιακά το χαρτοφυλάκιο ομολόγων της, καθώς επιτρέπει σε τίτλους που έχει ήδη αγοράσει να λήγουν χωρίς να επανεπενδύει πλήρως τα ποσά που εισπράττει. Η διακοπή αυτής της διαδικασίας θα μπορούσε να μεταβάλει τις συνθήκες ρευστότητας στις αγορές, χωρίς να ισοδυναμεί κατ’ ανάγκη με άμεση παρέμβαση για τη στήριξη συγκεκριμένης χώρας.
Από την πλευρά του, ο Κάρστεν Μπρζέσκι, επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης της ING, επισημαίνει ότι τα περιθώρια της ΕΚΤ να στηρίξει τη Γαλλία είναι περιορισμένα, εάν δεν υπάρξει παράλληλα πρόοδος στην αντιμετώπιση των δημοσιονομικών προβλημάτων της χώρας. Όπως εκτιμά, μια πιο ήπια επικοινωνιακή στάση από την Τράπεζα θα μπορούσε να συμβάλει στον περιορισμό των προσδοκιών για νέες αυξήσεις επιτοκίων.
Το επόμενο διάστημα θα κρίνει τη στάση της ΕΚΤ
Η πορεία των τιμών της ενέργειας, η διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή και η έκταση των επιπτώσεων στον πληθωρισμό θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις επόμενες αποφάσεις της ΕΚΤ.
Εάν οι ενεργειακές ανατιμήσεις παραμείνουν περιορισμένες και δεν μεταφερθούν ευρύτερα στην οικονομία, η Τράπεζα θα μπορούσε να διατηρήσει στάση αναμονής μετά την αναμενόμενη αύξηση του Δεκεμβρίου. Αντίθετα, εάν ενισχυθούν οι δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις, οι πιθανότητες για έναν πιο επιθετικό κύκλο αυξήσεων θα ενισχυθούν.
Το βασικό δίλημμα για τη Φρανκφούρτη είναι να αποτρέψει την παγίωση του πληθωρισμού χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω την ανάπτυξη σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας. Σε αυτό το περιβάλλον, η απόσταση ανάμεσα στις εκτιμήσεις των οικονομολόγων και στις προσδοκίες των αγορών αναδεικνύει πόσο δύσκολη παραμένει η πρόβλεψη της επόμενης ημέρας για τη νομισματική πολιτική της ευρωζώνης.