Νέα άνοδο κατέγραψε την Πέμπτη το ασφάλιστρο κινδύνου που συνδέεται με τη Γαλλία, καθώς οι αγορές ομολόγων παραμένουν ευάλωτες στις γεωπολιτικές εξελίξεις και στην εκτίναξη των τιμών της ενέργειας.
Η διαφορά μεταξύ της απόδοσης του 10ετούς γαλλικού και του αντίστοιχου γερμανικού κρατικού ομολόγου, βασικός δείκτης του risk premium που απαιτούν οι επενδυτές για να τοποθετηθούν στο γαλλικό χρέος, διευρύνθηκε κατά 4 μονάδες βάσης, στις 142 μονάδες βάσης.
Το spread είχε εκτοξευθεί την περασμένη εβδομάδα σχεδόν στις 160 μονάδες βάσης, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2012, αντανακλώντας την αυξημένη νευρικότητα των αγορών απέναντι στη δημοσιονομική και πολιτική κατάσταση της Γαλλίας.
Άνοδος στις γερμανικές αποδόσεις
Η απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου, που αποτελεί σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή αγορά κρατικού χρέους, αυξήθηκε την Πέμπτη κατά 2 μονάδες βάσης, στο 3,504%. Υπενθυμίζεται ότι οι αποδόσεις των ομολόγων κινούνται αντίστροφα από τις τιμές τους.
Παρά την άνοδο, τα γερμανικά κρατικά ομόλογα εξακολουθούν να επωφελούνται από τον ρόλο τους ως ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας. Οι αποδόσεις τους είχαν υποχωρήσει σημαντικά την περασμένη εβδομάδα, την ώρα που οι αποδόσεις άλλων κρατικών ομολόγων αυξάνονταν, ενώ και αυτή την εβδομάδα η άνοδός τους παραμένει αισθητά μικρότερη σε σχέση με αρκετές άλλες αγορές.
Στο επίκεντρο ξανά η ενέργεια
Βασικός καταλύτης για τη νέα μεταβλητότητα στις αγορές την Πέμπτη ήταν η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας. Οι επενδυτές ανησυχούν για την ασφάλεια του εφοδιασμού από τη Μέση Ανατολή, στον απόηχο του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν και της συνακόλουθης σύγκρουσης μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και των Χούθι στην Υεμένη.
Το πετρέλαιο Brent ενισχύθηκε κατά 3%, φτάνοντας στα 103 δολάρια το βαρέλι, κοντά στο υψηλότερο επίπεδό του εδώ και περίπου μία εβδομάδα.
«Το επενδυτικό κλίμα παραμένει εύθραυστο», δήλωσε ο Erik Liem, στρατηγικός αναλυτής επιτοκίων στην Commerzbank, αποτυπώνοντας το κλίμα που επικρατεί στις αγορές.
Νέα άνοδος και στις αμερικανικές αποδόσεις
Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στην Ευρώπη. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου, η οποία επηρεάζει το κόστος δανεισμού διεθνώς, αυξήθηκε κατά 5 μονάδες βάσης, στο 5,331%.
Μάλιστα, την Τετάρτη είχε αγγίξει το υψηλότερο επίπεδό της από το 2002, πριν υποχωρήσει μετά την ισχυρή δημοπρασία 10ετών αμερικανικών ομολόγων.
Η πορεία των αμερικανικών αποδόσεων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τις διεθνείς αγορές, καθώς μεταβολές στο κόστος δανεισμού των ΗΠΑ επηρεάζουν ευρύτερα τις αποτιμήσεις ομολόγων, μετοχών και άλλων περιουσιακών στοιχείων.
Τα βλέμματα στην ΕΚΤ
Στο επίκεντρο της προσοχής των επενδυτών παραμένει παράλληλα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και κυρίως το κατά πόσο οι τελευταίες εξελίξεις στην ενέργεια θα επηρεάσουν τις επόμενες αποφάσεις της για τη νομισματική πολιτική.
«Όσον αφορά πιθανούς καταλύτες για τη σημερινή συνεδρίαση, η προσοχή της αγοράς αναμένεται να παραμείνει στραμμένη σε ενδεχόμενες ενδείξεις από την ΕΚΤ», σημείωσε ο Liem.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φιλίπ Λέιν, αναμενόταν να μιλήσει αργότερα την Πέμπτη, μετά τον επικεφαλής της Τράπεζας της Γαλλίας, Εμανουέλ Μουλέν, ο οποίος είχε δηλώσει την Τετάρτη ότι η Γαλλία δεν χρειάζεται προς το παρόν στήριξη από την ΕΚΤ.
Ανοδικά οι αποδόσεις των 2ετών γερμανικών ομολόγων
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κίνηση στα βραχυπρόθεσμα γερμανικά ομόλογα, οι αποδόσεις των οποίων είναι περισσότερο ευαίσθητες στις προσδοκίες για την πορεία των επιτοκίων της ΕΚΤ.
Η απόδοση του 2ετούς γερμανικού ομολόγου αυξήθηκε την Πέμπτη κατά 2 μονάδες βάσης, στο 3,056%.
Μία ημέρα νωρίτερα, οι αποδόσεις των 2ετών τίτλων είχαν υποχωρήσει, καθώς το απότομο sell-off στην αγορά ομολόγων είχε ενισχύσει τους φόβους για τις προοπτικές της οικονομικής ανάπτυξης. Οι ανησυχίες αυτές οδήγησαν τους traders να περιορίσουν τα στοιχήματά τους για περαιτέρω αυξήσεις των επιτοκίων από την ΕΚΤ.
Έτσι, οι αγορές καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε δύο αντίθετες δυνάμεις: από τη μία, τις πληθωριστικές πιέσεις που μπορεί να εντείνει η άνοδος της ενέργειας και, από την άλλη, τον κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομίας που μπορεί να προκαλέσει η παρατεταμένη γεωπολιτική και ενεργειακή αβεβαιότητα.