Μια νέα επιλογή για χιλιάδες οφειλέτες με υψηλά χρέη και ακίνητη περιουσία προσφέρει πλέον ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός, καθώς δίνεται η δυνατότητα διαχωρισμού της κύριας κατοικίας από τα υπόλοιπα ακίνητα και προστασίας της, με αντάλλαγμα τη ρευστοποίηση της λοιπής περιουσίας.
Η συγκεκριμένη δυνατότητα αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να αντιμετωπιστούν ορισμένες περιπτώσεις υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Η ρύθμιση μπορεί πλέον να στηρίζεται στην αξία της κύριας κατοικίας και όχι στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη. Έτσι, ο δανειολήπτης που επιλέγει τη συγκεκριμένη λειτουργία συναινεί στην εκποίηση των υπόλοιπων ακινήτων του, προκειμένου να διασώσει το σπίτι στο οποίο κατοικεί και, παράλληλα, να περιορίσει την οφειλή που θα κληθεί τελικά να εξυπηρετήσει.
Μια νέα φάση για τα «κόκκινα» στεγαστικά
Η νέα διαδικασία έρχεται να προστεθεί σε μια πολύ μεγαλύτερη και πολυετή εκκρεμότητα στην αγορά των στεγαστικών δανείων. Πρόκειται για δάνεια που σε αρκετές περιπτώσεις ξεκίνησαν ως τραπεζικά ανοίγματα, πέρασαν από τις διαδικασίες του νόμου Κατσέλη και παρέμειναν για χρόνια σε αναμονή, προτού μεταφερθούν, μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων, σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers).
Σήμερα, οι συγκεκριμένες οφειλές αναζητούν οριστική λύση μέσα από νέα εργαλεία ρύθμισης. Για τους πιστωτές, η διαδικασία αποτελεί ουσιαστικά την τελευταία φάση μιας μακράς διαδρομής των «κόκκινων» στεγαστικών δανείων, καθώς επιχειρείται να κλείσει ένας κύκλος που σε ορισμένες περιπτώσεις διαρκεί περισσότερο από μία δεκαετία.
Τι ισχύει μετά τη ρύθμιση
Με την οριστική υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης και για όσο διάστημα αυτή τηρείται, απαγορεύονται πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμού στην κύρια κατοικία από τους πιστωτές που συμμετέχουν στη ρύθμιση. Παράλληλα, η σύμβαση αποκτά ισχύ εκτελεστού τίτλου.
Στην πράξη, η λειτουργία της νέας δυνατότητας μπορεί να αποτυπωθεί μέσα από ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Ένας οφειλέτης έχει συνολικά χρέη ύψους 300.000 ευρώ, κύρια κατοικία αξίας 150.000 ευρώ και λοιπή ακίνητη περιουσία αξίας 50.000 ευρώ. Επιλέγει να προστατεύσει την κύρια κατοικία του και συναινεί στη ρευστοποίηση των υπόλοιπων ακινήτων.
Από τη ρευστοποίηση των λοιπών ακινήτων, τα 50.000 ευρώ κατευθύνονται στην ικανοποίηση των πιστωτών, ενώ για τον υπολογισμό της νέας ρύθμισης λαμβάνεται υπόψη η αξία της κύριας κατοικίας.
Έτσι, από την αρχική οφειλή των 300.000 ευρώ, το ποσό που απομένει προς ρύθμιση διαμορφώνεται στα 150.000 ευρώ, με δυνατότητα αποπληρωμής σε βάθος έως και 35 ετών, ανάλογα με την εισοδηματική κατάσταση του οφειλέτη.
Με αυτό το μοντέλο, ο οφειλέτης διασώζει την κύρια κατοικία του, ενώ παράλληλα ρευστοποιείται η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία και το χρέος προσαρμόζεται σε ένα επίπεδο που μπορεί να εξυπηρετηθεί σε μακροχρόνιο ορίζοντα.
Για τους πιστωτές, από την άλλη πλευρά, δημιουργείται μια πιο άμεση οδός ανάκτησης αξίας: αφενός μέσω της ρευστοποίησης της λοιπής ακίνητης περιουσίας και αφετέρου μέσω της μετατροπής του υπολοίπου της οφειλής σε μακροχρόνια ρυθμισμένη απαίτηση.
Η νέα δυνατότητα επιχειρεί, με αυτόν τον τρόπο, να συνδυάσει δύο στόχους: την προστασία της κύριας κατοικίας του οφειλέτη και την ταχύτερη ανάκτηση μέρους της οφειλής από τους πιστωτές, δίνοντας μια διαφορετική διέξοδο σε περιπτώσεις όπου το σύνολο της ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να διατηρηθεί.