Η κυβέρνηση σχεδιάζει να παρατείνει για ακόμη έναν χρόνο την αναστολή επιβολής ΦΠΑ στις πωλήσεις νεόδμητων ακινήτων, ενώ εξετάζει και τη συνέχιση της αναστολής –ή ακόμη και την οριστική κατάργηση– του φόρου υπεραξίας 15% στις μεταβιβάσεις ακινήτων. Οι δύο αυτές παρεμβάσεις αποτελούν βασικούς πυλώνες της νέας δέσμης μέτρων που επεξεργάζεται για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος.
Στόχος της κυβερνητικής πολιτικής είναι η αύξηση της διαθεσιμότητας κατοικιών τόσο για αγορά όσο και για ενοικίαση, μέσω της ενίσχυσης της οικοδομικής δραστηριότητας και της τόνωσης της κτηματαγοράς.
Ειδικότερα, ενόψει της ΔΕΘ, σχεδιάζεται η παράταση και για το 2027 της αναστολής επιβολής ΦΠΑ 24% στις πωλήσεις νεόδμητων ακινήτων. Η συγκεκριμένη παρέμβαση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για τη στήριξη της οικοδομής και τη διατήρηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος στην αγορά ακινήτων, καθώς περιορίζει αισθητά το τελικό κόστος αγοράς μιας κατοικίας.
Με το ισχύον καθεστώς, οι αγοραστές νεόδμητων ακινήτων καταβάλλουν μόνο φόρο μεταβίβασης 3% επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Ενδεικτικά, για ένα νεόδμητο διαμέρισμα αξίας 200.000 ευρώ, η επιβολή ΦΠΑ 24% θα επιβάρυνε τον αγοραστή με επιπλέον 48.000 ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό κόστος στις 248.000 ευρώ. Αντίθετα, με την αναστολή του ΦΠΑ, η φορολογική επιβάρυνση περιορίζεται στα 6.000 ευρώ που αντιστοιχούν στον φόρο μεταβίβασης, με αποτέλεσμα το συνολικό κόστος να διαμορφώνεται στις 206.000 ευρώ.
Παράλληλα, ισχυρές είναι οι πιθανότητες να παραταθεί και η αναστολή του φόρου υπεραξίας 15% στις μεταβιβάσεις ακινήτων. Σύμφωνα με πληροφορίες, στο τραπέζι βρίσκεται ακόμη και το ενδεχόμενο της οριστικής κατάργησής του, καθώς πρόκειται για έναν φόρο που, παρότι έχει θεσμοθετηθεί, δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη.
Ο φόρος υπεραξίας αφορά τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης ενός ακινήτου, δηλαδή το κέρδος που προκύπτει από τη μεταβίβασή του. Για παράδειγμα, εάν ένα ακίνητο αποκτηθεί έναντι 120.000 ευρώ και στη συνέχεια πωληθεί προς 180.000 ευρώ, η υπεραξία των 60.000 ευρώ θα φορολογούνταν με συντελεστή 15%, οδηγώντας σε φορολογική επιβάρυνση ύψους 9.000 ευρώ.
Βασική επιδίωξη των προωθούμενων μέτρων είναι να διατηρηθεί η δυναμική της κτηματαγοράς και να αποφευχθεί η επιβάρυνση των συναλλαγών σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των ακινήτων εξακολουθούν να κινούνται ανοδικά, καθιστώντας την απόκτηση κατοικίας ολοένα και δυσκολότερη για τα νοικοκυριά.
Ενδεχόμενη κατάργηση της αναστολής των δύο φόρων θα επιβάρυνε τόσο τους υποψήφιους αγοραστές όσο και τους ιδιοκτήτες ακινήτων. Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση φαίνεται να προκρίνει τη διατήρηση του ισχύοντος καθεστώτος. Η αναστολή του ΦΠΑ μειώνει σημαντικά το κόστος αγοράς ενός νεόδμητου ακινήτου,