Την ανάγκη οι κυβερνήσεις και οι οικονομίες να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι σε διαδοχικές κρίσεις και απρόβλεπτα σοκ υπογράμμισε η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, προειδοποιώντας ότι η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο όπου οι αναταράξεις θα αποτελούν τη νέα κανονικότητα.
Μιλώντας στο podcast Leaders του Bloomberg, η επικεφαλής του ΔΝΤ εξέφρασε την ανησυχία της ότι η διεθνής κοινότητα δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει πλήρως τη νέα πραγματικότητα.
«Ανησυχώ ότι δεν έχουμε ακόμη εσωτερικεύσει το γεγονός ότι αυτός θα είναι ο κόσμος στον οποίο θα ζούμε από εδώ και πέρα», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως «δεν πρόκειται να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου τα σοκ θα εξαφανιστούν».
Από την ανάληψη των καθηκόντων της το 2019, η Γκεοργκίεβα έχει βρεθεί αντιμέτωπη με μια αλληλουχία κρίσεων, από την πανδημία της Covid-19 και τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι τις εμπορικές εντάσεις που προκάλεσαν οι δασμοί και, πιο πρόσφατα, τη νέα κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή.
Στο πλαίσιο αυτό, η επικεφαλής του ΔΝΤ τόνισε ότι βασική αποστολή του οργανισμού, ο οποίος διαθέτει δανειοδοτική ικανότητα που προσεγγίζει το 1 τρισ. δολάρια και αριθμεί 191 κράτη-μέλη, είναι να διατηρεί ανοιχτούς τους διαύλους συνεργασίας μεταξύ των χωρών, με στόχο τη διασφάλιση της σταθερότητας της παγκόσμιας οικονομίας.
Η πρόκληση της τεχνητής νοημοσύνης
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις μεγάλες αλλαγές που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη στις αγορές εργασίας και στις τοπικές οικονομίες, επισημαίνοντας ότι η διεθνής κοινότητα δεν πρέπει να επαναλάβει τα λάθη που συνόδευσαν την παγκοσμιοποίηση.
Όπως σημείωσε, οργανισμοί όπως το ΔΝΤ δεν είχαν εκτιμήσει εγκαίρως τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες που προκάλεσε η μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων και θέσεων εργασίας σε άλλες περιοχές του πλανήτη.
«Συλλογικά, συμπεριλαμβανομένου του Ταμείου, δεν αξιολογήσαμε σωστά τις αντιδράσεις που δημιούργησε η παγκοσμιοποίηση. Μπορεί η παγκόσμια οικονομία συνολικά να ωφελήθηκε, όμως πολλές κοινότητες έχασαν θέσεις εργασίας και δεν έλαβαν την απαραίτητη στήριξη», ανέφερε.
Η ίδια ξεκαθάρισε ότι στόχος είναι να αποφευχθεί ένα αντίστοιχο φαινόμενο κατά τη μετάβαση στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, ώστε τα οφέλη της τεχνολογικής προόδου να διαχυθούν ευρύτερα στην κοινωνία.
Νέα εκτίμηση για την παγκόσμια οικονομία τον Ιούλιο
Το ΔΝΤ αναμένεται να επικαιροποιήσει τις προβλέψεις του για την παγκόσμια οικονομία τον προσεχή Ιούλιο, μετά την υποβάθμιση των εκτιμήσεων για την ανάπτυξη που είχε ανακοινώσει τον Απρίλιο, εν μέσω των αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων και της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Η υπόθεση της Ρωσίας και οι αντιδράσεις της Ευρώπης
Η Γκεοργκίεβα αναφέρθηκε επίσης στο ζήτημα της Ρωσίας και στη συζήτηση που προκάλεσε η πρόθεση του ΔΝΤ να επανεκκινήσει την ετήσια αξιολόγηση της ρωσικής οικονομίας, γνωστή ως διαδικασία του Άρθρου IV.
Το 2024, δύο χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, το Ταμείο είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να προχωρήσει εκ νέου στην αξιολόγηση της ρωσικής οικονομίας, για πρώτη φορά μετά την έναρξη του πολέμου. Η κίνηση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία εξέφρασαν φόβους ότι μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως έμμεση νομιμοποίηση των προσπαθειών της Μόσχας να παρακάμψει τις διεθνείς κυρώσεις.
«Ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδος, καθώς οι πιέσεις προέρχονταν από πολλές πλευρές», δήλωσε η επικεφαλής του ΔΝΤ, εξηγώντας ότι τελικά αποφασίστηκε η αναβολή της διαδικασίας.
Όπως ανέφερε, ένας ακόμη παράγοντας που δυσχέρανε την αξιολόγηση ήταν η περιορισμένη διάθεση της Ρωσίας να παράσχει κρίσιμα στοιχεία για το εμπόριο, τις εισαγωγές και τις εξαγωγές της χώρας.
Παρά τις δυσκολίες, η Γκεοργκίεβα υπογράμμισε ότι κάποια στιγμή η τακτική αξιολόγηση της ρωσικής οικονομίας θα επανεκκινήσει, χωρίς ωστόσο να προσδιορίσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
Συνεχίζεται η στήριξη προς την Ουκρανία
Την ίδια ώρα, το ΔΝΤ εξακολουθεί να στηρίζει ενεργά την Ουκρανία μέσω χρηματοδοτικών προγραμμάτων που συνδέονται με την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της οικονομικής σταθερότητας της χώρας.
Από την έναρξη του πολέμου, το Ταμείο έχει εγκρίνει δύο μεγάλα πακέτα χρηματοδότησης προς το Κίεβο, ύψους 15,6 δισ. δολαρίων το 2023 και επιπλέον 8,1 δισ. δολαρίων το 2026, επιβεβαιώνοντας τη δέσμευσή του να στηρίξει την ουκρανική οικονομία εν μέσω των συνεχιζόμενων προκλήσεων που προκαλεί η ρωσική εισβολή.