Το στεγαστικό πρόβλημα εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις της Ευρώπης, με τις επιπτώσεις του να επεκτείνονται πέρα από τα νοικοκυριά, επηρεάζοντας την παραγωγικότητα, την αγορά εργασίας και τις αναπτυξιακές προοπτικές των οικονομιών. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασης του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, στο 32ο Οικονομικό Συνέδριο του Ντουμπρόβνικ, όπου ανέλυσε τις αιτίες της στεγαστικής κρίσης, τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς και τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι κεντρικές τράπεζες.
Όπως σημείωσε, το κόστος στέγασης αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματα τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναδυόμενες οικονομίες, δημιουργώντας σοβαρές πιέσεις στα νοικοκυριά. Κατά τον ίδιο, το ζήτημα δεν περιορίζεται στην κοινωνική του διάσταση, αλλά αποκτά πλέον σαφή μακροοικονομικά χαρακτηριστικά, καθώς η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία των αγορών εργασίας και την οικονομική ανάπτυξη.
Ο διοικητής της ΤτΕ απέδωσε τη μακροχρόνια άνοδο των τιμών των ακινήτων σε έναν συνδυασμό παραγόντων που σχετίζονται με την προσφορά και τη ζήτηση. Η αύξηση των εισοδημάτων, η συσσώρευση πλούτου, η αστικοποίηση και οι δημογραφικές μεταβολές ενίσχυσαν τη ζήτηση για κατοικίες, την ώρα που η προσφορά αδυνατεί να ανταποκριθεί λόγω υψηλού κατασκευαστικού κόστους, έλλειψης διαθέσιμης γης και πολεοδομικών περιορισμών. Παράλληλα, η παρατεταμένη περίοδος χαμηλών επιτοκίων ενίσχυσε την ελκυστικότητα των ακινήτων ως επενδυτικού προϊόντος.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ελληνική αγορά κατοικίας, η οποία, όπως είπε, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των εξελίξεων που παρατηρούνται διεθνώς. Τα τελευταία χρόνια οι τιμές πώλησης και τα ενοίκια έχουν αυξηθεί σημαντικά, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, με αποτέλεσμα η επιβάρυνση των ελληνικών νοικοκυριών από το κόστος στέγασης να συγκαταλέγεται στις υψηλότερες της Ευρωζώνης.
Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι, παρά τα υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα, η στέγαση παραμένει οικονομικά δυσπρόσιτη. Αυτό οφείλεται στα σχετικά χαμηλά εισοδήματα, αλλά και στη σημαντική αύξηση των δαπανών που συνδέονται με την κατοικία, όπως το ενεργειακό κόστος, οι συντηρήσεις και οι ανακαινίσεις. Επιπλέον, μεγάλο μέρος του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος είναι παλαιό και ενεργειακά αναποτελεσματικό, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Στην πλευρά της προσφοράς, η κατασκευαστική δραστηριότητα εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ οι επενδύσεις σε κατοικίες υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Την ίδια στιγμή, η ζήτηση παραμένει ισχυρή, τροφοδοτούμενη τόσο από την άνοδο των εισοδημάτων και τα κυβερνητικά προγράμματα στήριξης, όσο και από τις ξένες επενδύσεις, την τουριστική ανάπτυξη και την αντίληψη ότι το ακίνητο αποτελεί ασφαλές επενδυτικό καταφύγιο.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος συνέδεσε άμεσα το στεγαστικό πρόβλημα με το δημογραφικό ζήτημα, προειδοποιώντας ότι η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία καθυστερεί τη δημιουργία νέων νοικοκυριών και οικογενειών. Όπως ανέφερε, πολλοί νέοι παραμένουν περισσότερο χρόνο στο πατρικό τους σπίτι ή αναβάλλουν την απόφαση απόκτησης οικογένειας, γεγονός που επιδεινώνει τις δημογραφικές προκλήσεις και περιορίζει το μελλοντικό εργατικό δυναμικό της χώρας.
Αναφερόμενος στον ρόλο των κεντρικών τραπεζών, ο κ. Στουρνάρας επισήμανε ότι, αν και η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης δεν αποτελεί άμεση αρμοδιότητά τους, δεν μπορούν να αγνοήσουν τις επιπτώσεις της στην οικονομία. Πρότεινε την αξιοποίηση μακροπροληπτικών εργαλείων, όπως όρια στον δανεισμό με βάση την αξία του ακινήτου και το εισόδημα του δανειολήπτη, καθώς και ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για όσους αποκτούν πρώτη κατοικία. Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη ενίσχυσης των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, ώστε να μειωθεί σταδιακά η υπερβολική εξάρτηση των νοικοκυριών από την επένδυση σε ακίνητα.
Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι η λύση στο στεγαστικό πρόβλημα δεν μπορεί να προέλθει μόνο από τη νομισματική πολιτική. Απαιτείται συνδυασμός παρεμβάσεων που θα αυξήσουν την προσφορά κατοικιών, θα βελτιώσουν τις διαδικασίες αδειοδότησης και θα αξιοποιήσουν αποτελεσματικότερα το υφιστάμενο οικιστικό απόθεμα, ώστε η πρόσβαση σε προσιτή στέγη να μην αποτελεί προνόμιο, αλλά βασική προϋπόθεση κοινωνικής και οικονομικής βιωσιμότητας.