Ανοδικά κινούνται την Πέμπτη οι τιμές του πετρελαίου, ανακτώντας μέρος των απωλειών που κατέγραψαν την Τετάρτη, όταν σημείωσαν τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση από τον Απρίλιο του 2020. Η ανάκαμψη έρχεται καθώς τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά, ενώ οι συνεχιζόμενες επιθέσεις του Ισραήλ στον Λίβανο απειλούν να εκτροχιάσουν την εύθραυστη εκεχειρία στη Μέση Ανατολή, εντείνοντας την αβεβαιότητα για την προσφορά ενέργειας.
Το Brent παραδόσεως Ιουνίου ενισχύεται κατά 2,3% και διαμορφώνεται στα 96,96 δολάρια το βαρέλι, μετά από «βουτιά» 13% την Τετάρτη, ενώ το αμερικανικό WTI Μαΐου σημειώνει άνοδο 3,3%, φτάνοντας τα 97,52 δολάρια το βαρέλι. Η μεταβλητότητα αντικατοπτρίζει τις αντικρουόμενες εκτιμήσεις για την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους παγκοσμίως.
Το ημιεπίσημο πρακτορείο ειδήσεων Fars του Ιράν ανέφερε ότι η διέλευση δεξαμενόπλοιων στα Στενά έχει διακοπεί μετά τις ισραηλινές επιθέσεις, ωστόσο ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς αντέκρουσε τον ισχυρισμό, σημειώνοντας ότι «υπάρχουν ενδείξεις πως τα Στενά αρχίζουν να ανοίγουν ξανά». Πριν από την έναρξη της σύγκρουσης στα τέλη Φεβρουαρίου, από το σημείο αυτό διερχόταν περίπου το 20% του παγκόσμιου αργού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, γεγονός που εξηγεί την έντονη αναστάτωση στην αγορά ενέργειας.
Παράλληλα, η Goldman Sachs αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις της για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, τοποθετώντας το Brent στα 90 δολάρια και το WTI στα 87 δολάρια το βαρέλι, μετά τη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν για εκεχειρία δύο εβδομάδων. Προηγουμένως, η τράπεζα ανέμενε μέσες τιμές στα 99 και 91 δολάρια αντίστοιχα. Όπως σημειώνει, η μείωση του «ασφαλίστρου κινδύνου» και οι ενδείξεις αύξησης των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ οδήγησαν στην αναθεώρηση των εκτιμήσεων.
Παρά τις νέες προβλέψεις, οι τιμές του Brent έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 11% μέσα στην εβδομάδα, με φόντο την ελπίδα για επαναλειτουργία των Στενών μετά τη συμφωνία εκεχειρίας μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του Ιράν. Ωστόσο, η σημερινή άνοδος αντανακλά τις ανησυχίες ότι η προσφορά από τη Μέση Ανατολή ενδέχεται να μην αποκατασταθεί πλήρως, καθώς η κινητικότητα στο κρίσιμο πέρασμα παραμένει περιορισμένη και η τήρηση της εκεχειρίας δεν θεωρείται δεδομένη.
Η Goldman Sachs διατήρησε αμετάβλητες τις προβλέψεις της για το τρίτο τρίμηνο, στα 82 δολάρια για το Brent και στα 77 δολάρια για το WTI, καθώς και για το τέταρτο τρίμηνο στα 80 και 75 δολάρια αντίστοιχα. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι οι κίνδυνοι παραμένουν ανοδικοί, καθώς ένα πιο παρατεταμένο σοκ στην προσφορά θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η Morgan Stanley εκτιμά ότι η μέση τιμή του πετρελαίου θα κινηθεί μεταξύ 80 και 90 δολαρίων το βαρέλι για το σύνολο του 2026, ακόμη και αν οι εντάσεις αποκλιμακωθούν. Οι νέες εκτιμήσεις είναι κατά 33% έως 50% υψηλότερες από εκείνες του Νοεμβρίου 2025, όταν η τράπεζα προέβλεπε μέση τιμή 60 δολάρια το βαρέλι.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής έρευνας εμπορευμάτων της Morgan Stanley, Martijn Rats, το ενδεχόμενο επιστροφής των τιμών στα 65 δολάρια γίνεται ολοένα και λιγότερο πιθανό, καθώς η διαταραχή έχει μεταφερθεί από την εφοδιαστική αλυσίδα στην ίδια την παραγωγή. Ακόμη και αν τα Στενά ανοίξουν σύντομα, ενδέχεται να απαιτηθούν μήνες για πλήρη ομαλοποίηση, δημιουργώντας παρατεταμένο σοκ προσφοράς.
Η Morgan Stanley περιγράφει τρία πιθανά σενάρια για την εξέλιξη της αγοράς:
Στο σενάριο αποκλιμάκωσης, οι αποστολές μέσω των Στενών του Ορμούζ ομαλοποιούνται μέσα σε έναν μήνα και οι τιμές σταθεροποιούνται στα 80-90 δολάρια το βαρέλι. Η προσοχή των επενδυτών επιστρέφει στους ρυθμούς ανάπτυξης, αν και η μεταβλητότητα παραμένει αυξημένη.
Στο σενάριο παρατεταμένων περιορισμών, περίπου το 80% της διέλευσης αποκαθίσταται μέσα σε έναν μήνα, αλλά η πλήρης ομαλοποίηση απαιτεί έως τρεις μήνες. Οι τιμές εκτιμάται ότι θα κινηθούν στα 100-110 δολάρια το βαρέλι, με αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις και πιθανή καθυστέρηση στις μειώσεις επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες.
Στο πιο αρνητικό σενάριο ουσιαστικού κλεισίματος των Στενών για αρκετούς μήνες, οι τιμές θα μπορούσαν να εκτιναχθούν στα 150-180 δολάρια το βαρέλι. Ένα τέτοιο σοκ θα επιβάρυνε τη ζήτηση, θα ενίσχυε τον κίνδυνο ύφεσης και θα οδηγούσε σε μετατόπιση των επενδυτών προς ασφαλή καταφύγια, όπως τα κρατικά ομόλογα και το δολάριο.
Η αβεβαιότητα γύρω από τη γεωπολιτική κατάσταση, την προσφορά ενέργειας και τις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία παραμένει αυξημένη, διατηρώντας την αγορά πετρελαίου σε έντονη μεταβλητότητα και τους επενδυτές σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής.