Οι οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο στο Ιράν αρχίζουν να γίνονται αισθητές στην Ευρώπη, όπου η ήδη υποτονική ανάπτυξη σε συνδυασμό με την ταχύτερη άνοδο του πληθωρισμού δημιουργούν αυξημένες πιέσεις σε βιομηχανία, επιχειρήσεις και πολιτικούς κύκλους.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, η στρατιωτική εκστρατεία που ξεκίνησε πριν από περίπου ένα μήνα παραμένει αβέβαιης έκβασης και ωθεί τις χώρες να αναθεωρήσουν πτωτικά τις προβλέψεις τους, ετοιμάζοντας ταυτόχρονα μέτρα για την αντιμετώπιση της πιθανής ανόδου των τιμών ενέργειας. Η Ευρώπη, μόλις είχε αρχίσει να ανακάμπτει από τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία, φαίνεται να επιστρέφει σε πολιτικές στήριξης νοικοκυριών και ενδεχομένως σε αυξήσεις επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες.
Οι επιχειρήσεις, ιδιαίτερα αυτές με υψηλή κατανάλωση ενέργειας, όπως οι γερμανικές χημικές εταιρείες, βρίσκονται στο «μάτι του κυκλώνα». Η μείωση των προσωπικών εισοδημάτων και η αύξηση των τιμών ενέργειας εντείνουν τον κίνδυνο εξάπλωσης της κρίσης, με πιθανές επιπτώσεις σε κάθε τομέα και σε κάθε είδος εισροών, όπως επισημαίνει ο Christian Keller, επικεφαλής οικονομικής έρευνας της Barclays.
Στο πλαίσιο αυτό, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης συναντώνται σήμερα για το Eurogroup, όπου θα ενημερωθούν από τον επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), Φατίχ Μπιρόλ, για τον αντίκτυπο του πολέμου και για τα πιθανά συντονισμένα μέτρα ανακούφισης.
Η άνοδος στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου και η πτώση των δεικτών εμπιστοσύνης έχουν ήδη ωθήσει χώρες όπως η Γερμανία και η Ιταλία να επανεξετάσουν τις προβλέψεις τους για ανάπτυξη, μετά το απαισιόδοξο outlook της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. «Η τρέχουσα κρίση πιθανόν ξεπερνά ό,τι μπορούμε να φανταστούμε αυτή τη στιγμή», δήλωσε η Κριστίν Λαγκάρντ σε podcast του Economist, προσθέτοντας ότι η αξιολόγηση των συνεπειών καθυστερεί λόγω της αβεβαιότητας.
Η γερμανική χημική βιομηχανία έχει ήδη προειδοποιήσει για περιορισμούς στην παραγωγή, καθώς τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ουσιαστικά κλειστά. Στην SKW Piesteritz, το μεγαλύτερο εργοστάσιο αμμωνίας της χώρας, η παραγωγή έχει μειωθεί στο τεχνικό ελάχιστο του 85%, ενώ η Evonik Industries αξιολογεί τις ζημιές που ενδέχεται να προκύψουν. «Είναι ακόμη πολύ νωρίς για ακριβείς εκτιμήσεις, αλλά οι έμμεσες συνέπειες των εχθροπραξιών είναι αναπόφευκτες», δήλωσε ο Διευθύνων Σύμβουλος Christian Kullmann.
Στον τομέα της ναυτιλίας, η Hapag-Lloyd αντιμετωπίζει επιπλέον εβδομαδιαία έξοδα 40-50 εκατ. δολαρίων για καύσιμα, ασφάλιση και αποθήκευση, προσπαθώντας να ανακτήσει μέρος του κόστους μέσω χρεώσεων έκτακτης ανάγκης, όπως ανέφερε ο CEO Rolf Habben Jansen. Τέτοια έξοδα απειλούν να «μεταφερθούν» σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού, αυξάνοντας το κόστος ζωής για τους καταναλωτές, οι οποίοι ήδη αναμένουν ταχύτερη αύξηση τιμών, σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία της Γαλλίας.
Στον τομέα της λιανικής, η βρετανική Next προειδοποιεί για πιθανή αύξηση τιμών 1,5%-2% αν η σύγκρουση διαρκέσει πάνω από τρεις μήνες, ενώ η σουηδική H&M εκτιμά ότι η παρατεταμένη σύγκρουση θα περιορίσει την κατανάλωση λόγω αυξημένου κόστους ενέργειας.
Για την Ευρωζώνη, το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η σύγκρουση θα λειτουργήσει ως καταλύτης ή ως εμπόδιο για μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την αυτονομία της σε έναν κόσμο με μειωμένη στήριξη από τις ΗΠΑ και εντεινόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα. Η χρηματοδότηση μέτρων στήριξης παραμένει επίσης πρόκληση, καθώς μόνο η Γερμανία διαθέτει το δημοσιονομικό περιθώριο για εκτεταμένες παρεμβάσεις.