Σενάρια έντονης ενεργειακής αναταραχής εξετάζουν αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ, με φόντο την κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν και την απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου. Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης μελετούν ακόμη και το ακραίο ενδεχόμενο το αργό να εκτοξευθεί έως τα 200 δολάρια το βαρέλι, επιχειρώντας να εκτιμήσουν τις πιθανές επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη και τον πληθωρισμό. Οι ίδιες πηγές διευκρινίζουν ότι πρόκειται για σενάρια προετοιμασίας και όχι για πρόβλεψη, στο πλαίσιο των τακτικών αξιολογήσεων που πραγματοποιούνται σε περιόδους γεωπολιτικής κρίσης.
Η ανάλυση εντάσσεται στην προσπάθεια της Ουάσιγκτον να είναι έτοιμη για όλα τα ενδεχόμενα, ακόμη και για μια παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ είχε ήδη εκφράσει ανησυχίες πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών, εκτιμώντας πως μια πολεμική κλιμάκωση θα μπορούσε να πυροδοτήσει ισχυρή άνοδο στις τιμές της ενέργειας και να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα. Παράλληλα, υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών φέρεται να μεταφέρουν εδώ και εβδομάδες στον Λευκό Οίκο προβληματισμό για τις έντονες διακυμάνσεις στις αγορές καυσίμων.
Από την πλευρά του, ο Λευκός Οίκος επιχείρησε να υποβαθμίσει τα σενάρια αυτά. Εκπρόσωπος της αμερικανικής προεδρίας τόνισε ότι, αν και η κυβέρνηση εξετάζει διαρκώς εναλλακτικές οικονομικές εξελίξεις, δεν μελετά συγκεκριμένα το ενδεχόμενο τιμών στα 200 δολάρια. Υποστήριξε επίσης ότι ο Μπέσεντ δεν ανησύχησε από τις βραχυπρόθεσμες αναταράξεις που προκάλεσε η επιχείρηση «Epic Fury», επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να εκφράζει εμπιστοσύνη στη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας και των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών.
Ωστόσο, οι εξελίξεις στην αγορά πετρελαίου είναι ήδη έντονες. Από την έναρξη των αμερικανο-ισραηλινών επιθέσεων στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, το West Texas Intermediate έχει ενισχυθεί περίπου 30%, αγγίζοντας τα 91 δολάρια το βαρέλι, ενώ το Brent σημειώνει άνοδο σχεδόν 40%, προσεγγίζοντας τα 102 δολάρια. Η αύξηση αυτή αποδίδεται κυρίως στους φόβους για διαταραχές στην προσφορά, ιδιαίτερα μετά τις πιέσεις στη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ, μέσω του οποίου διακινείται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Μια εκτίναξη των τιμών προς τα 200 δολάρια θα αποτελούσε σοβαρό πλήγμα για την παγκόσμια οικονομία. Σε όρους προσαρμοσμένους στον πληθωρισμό, τα επίπεδα αυτά έχουν καταγραφεί μόλις μία φορά τις τελευταίες πέντε δεκαετίες, το 2008, λίγο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Ακόμη και χαμηλότερα επίπεδα θεωρούνται επικίνδυνα: σύμφωνα με εκτιμήσεις του Bloomberg, τιμές γύρω στα 170 δολάρια για μερικούς μήνες θα ενίσχυαν τον πληθωρισμό σε ΗΠΑ και Ευρώπη και θα περιόριζαν σημαντικά την ανάπτυξη.
Παρά τις ανησυχίες, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται καθησυχαστικός, δηλώνοντας ότι δεν ανησυχεί για την άνοδο του κόστους ενέργειας και εκτιμώντας πως οι τιμές θα αποκλιμακωθούν μόλις ολοκληρωθεί η σύγκρουση. Την ίδια στιγμή, οι επιπτώσεις έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται αισθητές: στις ΗΠΑ η τιμή της βενζίνης έχει αυξηθεί περίπου 30%, ανατρέποντας τις μειώσεις του προηγούμενου έτους.
Οι κεντρικές τράπεζες παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις. Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, προειδοποίησε ότι η σύγκρουση εντείνει τους πληθωριστικούς κινδύνους, ενώ αντίστοιχες ανησυχίες εκφράζονται και από τις νομισματικές αρχές σε Βρετανία και Ιαπωνία, που εξετάζουν το ενδεχόμενο αυξήσεων επιτοκίων.
Στις ΗΠΑ, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα παρακολουθεί τον αντίκτυπο των τιμών ενέργειας στον πληθωρισμό, με τον πρόεδρό της Τζερόμ Πάουελ να δηλώνει ότι είναι ακόμη νωρίς για ασφαλείς εκτιμήσεις, καθώς η μεταβλητότητα στις αγορές παραμένει υψηλή.