Την ένταξη της Βουλγαρίας στη ζώνη του ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2026 χαρακτήρισε «ιστορικό ορόσημο» ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στην εκδήλωση του Economist «The World Ahead 2026: Sofia Gala Dinner».
Όπως σημείωσε, η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς τη βαθύτερη ευρωπαϊκή ενοποίηση, ενισχύοντας συνολικά την «οικογένεια» του ευρώ. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η συμμετοχή στη Νομισματική Ένωση θα επιτρέψει στη Βουλγαρία να αποκομίσει τα οφέλη της νομισματικής σταθερότητας, να περιορίσει τους κινδύνους που συνδέονται με το προηγούμενο καθεστώς επιτροπής συναλλάγματος και να εδραιώσει περαιτέρω τη θέση της στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Η Βουλγαρία είχε ήδη ενταχθεί στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό από τον Οκτώβριο του 2020, ενώ με την προσχώρησή της η ευρωζώνη αριθμεί πλέον 21 κράτη-μέλη. «Από το 1999 ο αριθμός των χωρών της ζώνης του ευρώ έχει σχεδόν διπλασιαστεί, γεγονός που αποδεικνύει την επιτυχία του εγχειρήματος», ανέφερε ο κ. Στουρνάρας, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι και άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα ακολουθήσουν.
Η εμπειρία της Ελλάδας
Ο διοικητής της ΤτΕ αναφέρθηκε εκτενώς στην ελληνική εμπειρία μετά την υιοθέτηση του ευρώ το 2001. Όπως τόνισε, η συμμετοχή στο κοινό νόμισμα εξάλειψε τον συναλλαγματικό κίνδυνο, μείωσε το κόστος συναλλαγών και διευκόλυνε το εμπόριο, τον τουρισμό και τις επενδύσεις, ενισχύοντας παράλληλα τη νομισματική αξιοπιστία και τη σταθερότητα των προσδοκιών για τον πληθωρισμό.
Την περίοδο 2000–2007 η Ελλάδα κατέγραψε ισχυρή ανάπτυξη, χαμηλό πληθωρισμό και μείωση της ανεργίας, με σημαντική άνοδο του βιοτικού επιπέδου και σύγκλιση με τους εταίρους της. Ωστόσο, περίπου μία δεκαετία μετά την ένταξη στο ευρώ, η χώρα εισήλθε σε βαθιά κρίση δημόσιου χρέους.
Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, τα βασικά αίτια της κρίσης ήταν η υπερβολικά επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000, οι αυξήσεις μισθών πέραν της παραγωγικότητας και οι διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και το μη βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα. Τα «δίδυμα ελλείμματα» –δημοσιονομικό και ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών– έφτασαν το 15% του ΑΕΠ το καθένα, ενώ το χαμηλό κόστος δανεισμού και η στενή διασύνδεση τραπεζών και Δημοσίου ενίσχυσαν τις ανισορροπίες.
Η απώλεια πρόσβασης στις αγορές οδήγησε σε προγράμματα στήριξης, βαθιά δημοσιονομική προσαρμογή και ριζική αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος. Από σχεδόν 20 τράπεζες, το σύστημα συρρικνώθηκε σε τέσσερις συστημικές, με εκτεταμένες ανακεφαλαιοποιήσεις και εξυγίανση ισολογισμών.
Μια ισχυρότερη ευρωζώνη
Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι η κρίση ανέδειξε αδυναμίες τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οδηγώντας όμως σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Η δημιουργία της Τραπεζικής Ένωσης, του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και η ενίσχυση της μακροπροληπτικής εποπτείας ενδυνάμωσαν σημαντικά την αρχιτεκτονική της ευρωζώνης.
Όπως επισήμανε, το τραπεζικό σύστημα έχει αποδείξει την ανθεκτικότητά του σε πρόσφατες κρίσεις, όπως η πανδημία και οι γεωπολιτικές εντάσεις, χάρη στην αυξημένη κεφαλαιακή επάρκεια και τη βελτιωμένη εποπτεία.
Τα διδάγματα για τις νέες χώρες-μέλη
Ο διοικητής της ΤτΕ ανέδειξε ως κρίσιμες προϋποθέσεις για την επιτυχή συμμετοχή στο κοινό νόμισμα:
-
συνετή και ισορροπημένη δημοσιονομική πολιτική,
-
συγκράτηση μισθολογικών αυξήσεων σε συνάρτηση με την παραγωγικότητα,
-
ισχυρούς θεσμούς και καλή διακυβέρνηση,
-
διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα,
-
αυστηρή τραπεζική εποπτεία και αποτελεσματικό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων.
«Το κόστος μιας τραπεζικής κρίσης είναι τεράστιο. Η χρηματοπιστωτική σταθερότητα αποτελεί κοινωνική και οικονομική προτεραιότητα», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, τόνισε ότι η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης –με τη θέσπιση ευρωπαϊκού συστήματος εγγύησης καταθέσεων– και η δημιουργία μιας Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων θα μειώσουν τον χρηματοοικονομικό κατακερματισμό. Η έκδοση ενός κοινού ασφαλούς ευρωπαϊκού τίτλου, κατά τα πρότυπα του NextGenerationEU, θα μπορούσε να ενισχύσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.
«Το ευρώ ως παράγοντας σταθερότητας»
Κλείνοντας, ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι, μετά τη διόρθωση των διαρθρωτικών αδυναμιών και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους, η συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρώ λειτούργησε ως παράγοντας σταθερότητας. Σήμερα, όπως είπε, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αποκλιμακώνεται και ο τραπεζικός τομέας έχει ανακτήσει τη δυναμική του.
Με την ένταξη της Βουλγαρίας, το ευρώ «γίνεται μεγαλύτερο και ισχυρότερο», κατέληξε, επισημαίνοντας ότι πλέον τα επιτόκια της χώρας θα αντανακλούν την αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στην οποία συμμετέχει ισότιμα ο διοικητής της κεντρικής της τράπεζας.