Με μια εκτενή επιστολή προς τους ηγέτες των κρατών-μελών, ενόψει της άτυπης συνόδου κορυφής της 12ης Φεβρουαρίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Μαρτίου, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επιχειρεί να θέσει το πλαίσιο για την «επόμενη μέρα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο επίκεντρο της παρέμβασής της βρίσκεται η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και η άρρηκτη σύνδεσή της με τη στρατηγική αυτονομία της Ένωσης, σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξανόμενων γεωπολιτικών και τεχνολογικών πιέσεων.
Η επιστολή λειτουργεί ουσιαστικά ως ένας πολιτικός οδικός χάρτης, που συνδυάζει οικονομικές μεταρρυθμίσεις, θεσμικές παρεμβάσεις και μια σαφή προειδοποίηση: η Ευρώπη, όπως σημειώνει η πρόεδρος της Κομισιόν, «δεν μπορεί να συνεχίσει ως έχει».
«Ξεσκόνισμα» του ευρωπαϊκού κεκτημένου
Στο πρώτο σκέλος της επιστολής, η φον ντερ Λάιεν προαναγγέλλει μια άνευ προηγουμένου ατζέντα απλοποίησης της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη παρουσιάσει δέκα νομοθετικά πακέτα τύπου omnibus, με στόχο τον περιορισμό της γραφειοκρατίας και τον εξορθολογισμό της εφαρμογής των υφιστάμενων κανόνων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν, τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ετήσια εξοικονόμηση περίπου 15 δισ. ευρώ σε διοικητικό κόστος για επιχειρήσεις και δημόσιες διοικήσεις.
Η πρόεδρος της Επιτροπής μιλά ανοιχτά για μια συνολική «γενική καθαριότητα» στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, με κατάργηση παρωχημένων ή αλληλοεπικαλυπτόμενων διατάξεων, αλλά και με απόσυρση νομοθετικών πρωτοβουλιών που δεν συγκεντρώνουν επαρκή στήριξη στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Παράλληλα, τονίζει ότι κάθε νέα πρωτοβουλία θα πρέπει να είναι «απλούστερη εκ σχεδιασμού», με έμφαση στους κανονισμούς αντί των οδηγιών, περιορισμό των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και συστηματική χρήση ρητρών λήξης ισχύος.
Εμπορική εξωστρέφεια και στρατηγική αυτονομία
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην εξωτερική διάσταση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Η φον ντερ Λάιεν υπενθυμίζει ότι, κατά την τρέχουσα θητεία της Επιτροπής, η ΕΕ έχει συνάψει ή επικαιροποιήσει εμπορικές συμφωνίες με χώρες όπως το Μεξικό, τα κράτη της Mercosur, η Ελβετία και η Ινδονησία, ανεβάζοντας σε 79 τον αριθμό των χωρών που καλύπτονται από ευρωπαϊκές συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου.
Κομβικό σημείο αποτελεί η πρόσφατη συμφωνία με την Ινδία, την οποία η πρόεδρος χαρακτηρίζει «τη μητέρα όλων των εμπορικών συμφωνιών», καθώς δημιουργεί μια αγορά σχεδόν δύο δισεκατομμυρίων ανθρώπων και καλύπτει περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου ΑΕΠ. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζεται ότι η ΕΕ διαθέτει πλέον ένα «ολοκληρωμένο οπλοστάσιο» εργαλείων για την αντιμετώπιση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, οικονομικού εξαναγκασμού και επιθετικών επενδύσεων, το οποίο – όπως σημειώνεται – πρέπει να χρησιμοποιείται πιο αποφασιστικά, σε συντονισμό με εταίρους όπως η G7.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τη μείωση στρατηγικών εξαρτήσεων μέσω «αποστολών ανεξαρτησίας» και για την καθιέρωση μιας μορφής «ευρωπαϊκής προτίμησης» σε κρίσιμους τομείς, χωρίς όμως ρήξη με τους διεθνείς εταίρους της Ένωσης.
Η ενιαία αγορά και το σχέδιο «EU Inc.»
Κεντρικό αφήγημα της επιστολής αποτελεί η ανάγκη εμβάθυνσης της ενιαίας αγοράς των 450 εκατομμυρίων πολιτών. Παρότι χαρακτηρίζεται ως «κινητήρας ανάπτυξης», η φον ντερ Λάιεν επισημαίνει ότι η ενιαία αγορά παραμένει κατακερματισμένη. Παραπέμπει μάλιστα σε εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, σύμφωνα με την οποία τα εσωτερικά εμπόδια ισοδυναμούν με δασμούς 45% στα αγαθά και 110% στις υπηρεσίες.
Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, η Επιτροπή προαναγγέλλει την παρουσίαση ενός «28ου καθεστώτος» με την ονομασία «EU Inc.». Πρόκειται για ένα ενιαίο και απλοποιημένο πλαίσιο κανόνων που θα επιτρέπει σε καινοτόμες επιχειρήσεις να δραστηριοποιούνται και να αντλούν χρηματοδότηση ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη-μέλη. Οι εταιρείες θα μπορούν να εγγράφονται διαδικτυακά εντός 48 ωρών, με μία ενιαία ευρωπαϊκή φόρμα, διευκολύνοντας τόσο τη διασυνοριακή λειτουργία όσο και την ταχεία εκκαθάριση.
Παράλληλα, η πρόεδρος της Επιτροπής προαναγγέλλει ενίσχυση του ρόλου της Κομισιόν ως θεματοφύλακα της ενιαίας αγοράς, με πιο αυστηρή επιβολή των κανόνων όταν ο διάλογος με τα κράτη-μέλη δεν αποδίδει.
Ψηφιακός μετασχηματισμός και τεχνολογική κυριαρχία
Εκτενές μέρος της επιστολής αφιερώνεται στον ψηφιακό μετασχηματισμό και την τεχνητή νοημοσύνη, που περιγράφονται ως καταλύτες για τη συνολική αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η στρατηγική για την Ψηφιακή Ενιαία Αγορά στηρίζεται σε τρεις άξονες: στρατηγικές επενδύσεις, απλοποίηση και εναρμόνιση του ψηφιακού πλαισίου και ενίσχυση της ανεξαρτησίας σε κρίσιμες τεχνολογίες.
Εμβληματικό παράδειγμα αποτελεί το «Σχέδιο Δράσης για την Ήπειρο της ΤΝ», που προβλέπει τη δημιουργία 19 «εργοστασίων ΤΝ» έως το 2026-2027 και την εγκαθίδρυση των πρώτων «γιγα-εργοστασίων ΤΝ» στην Ευρώπη, με στόχο την κινητοποίηση επενδύσεων ύψους 200 δισ. ευρώ. Το πακέτο συμπληρώνεται από τη στρατηγική «Apply AI», το «Ευρωπαϊκό Επιχειρηματικό Πορτοφόλι», έναν δεύτερο «Νόμο για τα Τσιπ», νομοθεσία για το cloud και τα δεδομένα, καθώς και έναν μελλοντικό «Κβαντικό Νόμο».
Καινοτομία, χρηματοδότηση και το ευρώ
Η καινοτομία παρουσιάζεται ως ο βασικός μοχλός για το κλείσιμο του χάσματος με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Η φον ντερ Λάιεν κάνει λόγο για έναν «ολοκληρωμένο αγωγό καινοτομίας», από την έρευνα έως την εμπορική αξιοποίηση, με εργαλεία όπως το Horizon Europe, το InvestEU και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034, ύψους σχεδόν 2 τρισ. ευρώ, με 451 δισ. για ένα Ταμείο Ανταγωνιστικότητας και 175 δισ. για έρευνα και καινοτομία. Παράλληλα, τονίζεται ο ρόλος του ψηφιακού ευρώ ως μέσου ενίσχυσης της στρατηγικής αυτονομίας και της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.
Η δύσκολη συζήτηση για τη λήψη αποφάσεων
Πέρα από τα οικονομικά μεγέθη, η επιστολή αγγίζει και ένα από τα πιο ευαίσθητα πολιτικά ζητήματα της Ένωσης: τον τρόπο λήψης αποφάσεων. Η φον ντερ Λάιεν δηλώνει ότι η ομοφωνία παραμένει ο στόχος, αλλά αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο προσφυγής στην «ενισχυμένη συνεργασία» όταν η έλλειψη προόδου απειλεί την ανταγωνιστικότητα και την ικανότητα δράσης της ΕΕ.
Η διατύπωση αυτή εκλαμβάνεται από πολλούς ευρωπαϊκούς κύκλους ως έμμεσο μήνυμα ότι, σε κρίσιμους τομείς, η Ένωση είναι διατεθειμένη να κινηθεί με διαφορετικές ταχύτητες, περιορίζοντας στην πράξη το βάρος του εθνικού βέτο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστολή της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δεν αποτελεί απλώς έναν τεχνικό οδηγό πολιτικής. Αποτυπώνει μια ευρύτερη πολιτική επιλογή για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: περισσότερη ευελιξία, μεγαλύτερη φιλοδοξία και μια ανοιχτή – αλλά αναπόφευκτη – συζήτηση για το τι σημαίνει, στην πράξη, ευρωπαϊκή ενότητα στον 21ο αιώνα.