Οκτώ και πλέον χρόνια μετά την έξοδο της χώρας από τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής και παρά την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, η εικόνα της αγοράς εργασίας εξακολουθεί να παρουσιάζει σοβαρές υστερήσεις.
Οι επιδόσεις της Ελλάδας παραμένουν αισθητά χαμηλότερες όχι μόνο σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και τις πλέον ανεπτυγμένες οικονομίες της Βόρειας Ευρώπης, αλλά – το πλέον ανησυχητικό – και έναντι χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και των Βαλκανίων.
Σύμφωνα με την Ενδιάμεση Έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία, οι θεσμικές και αναπτυξιακές εμπλοκές που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τη χώρα οδηγούν σε απώλεια εδάφους σε κρίσιμους δείκτες της αγοράς εργασίας. Πρόκειται για δείκτες που αποτυπώνουν την κλαδική διάρθρωση της απασχόλησης, την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και, τελικά, τις συνθήκες διαβίωσής τους.
Το γ΄ τρίμηνο του 2025 το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 65,6%, καταγράφοντας μεν αύξηση, παραμένοντας όμως χαμηλότερο τόσο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από τα αντίστοιχα ποσοστά στα «νέα» κράτη-μέλη της ΕΕ, δηλαδή τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Ειδικότερα, σε σύγκριση με τα κράτη-μέλη της Βαλκανικής, το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα ήταν κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο, με τη χώρα να υστερεί σημαντικά έναντι της Σλοβενίας (73,4%) και της Βουλγαρίας (71,4%), εμφανίζοντας καλύτερη επίδοση μόνο σε σχέση με τη Ρουμανία (63,4%).
Αδύναμος κρίκος η βιομηχανία
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα στην κλαδική διάρθρωση της απασχόλησης. Το ποσοστό των απασχολουμένων στη βιομηχανία στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2024 στο 12,2%, ελαφρώς αυξημένο σε σχέση με το 2019, αλλά κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο σε σύγκριση με το 2009. Η επίδοση αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό, ιδίως όταν συγκρίνεται με τα αντίστοιχα ποσοστά σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Οι χώρες με διαχρονικά υψηλή συγκέντρωση απασχολουμένων στη βιομηχανία είναι κυρίως εκείνες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Τσεχία, η Σλοβακία, η Ουγγαρία και η Πολωνία, αλλά και ορισμένες βαλκανικές χώρες, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη Σλοβενία και τη Ρουμανία. Ακόμη και οι οικονομίες της ευρωπαϊκής Περιφέρειας, όπως η Ισπανία, εμφανίζουν χαμηλότερα μεν ποσοστά, αλλά σαφώς υψηλότερα από αυτά της Ελλάδας.
Πέραν της περιορισμένης παρουσίας εργαζομένων στους βιομηχανικούς κλάδους, η Ελλάδα καταγράφει εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις και στη μεταποίηση υψηλής και μέσης προς υψηλή τεχνολογία. Το 2024, μόλις το 1,4% των εργαζομένων απασχολούνταν σε αυτούς τους κλάδους, ποσοστό χαμηλότερο τόσο από το 2009 όσο και από το 2019.
Το τεχνολογικό χάσμα διευρύνεται
Αντίθετα, η εικόνα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες είναι εντελώς διαφορετική. Κατά την περίοδο 2019-2024, η πλειονότητα των κρατών-μελών της ΕΕ αύξησε το ποσοστό των εργαζομένων που απασχολούνται στους κλάδους μεταποίησης υψηλής και μέσης προς υψηλή τεχνολογία, διευρύνοντας περαιτέρω το χάσμα με την Ελλάδα.
Ενδεικτικό της τεχνολογικής υστέρησης του ελληνικού παραγωγικού συστήματος είναι το γεγονός ότι το 2024 τα κράτη-μέλη των Βαλκανίων εμφάνιζαν σχεδόν τετραπλάσιο μέσο ποσοστό εργαζομένων στους συγκεκριμένους κλάδους. Το υψηλότερο ποσοστό καταγράφηκε στη Σλοβενία (9%) και ακολούθησε η Ρουμανία (6,9%).
Το τεχνολογικό έλλειμμα αποτυπώνεται με σαφήνεια και στον δείκτη που συνδυάζει την απασχόληση σε κλάδους μεταποίησης υψηλής τεχνολογίας και σε υπηρεσίες έντασης γνώσης και υψηλής τεχνολογίας. Και σε αυτόν τον τομέα, η Ελλάδα κατέγραψε το 2024 τη χαμηλότερη επίδοση (3,2%) μεταξύ των υπό εξέταση οικονομιών της ΕΕ, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειώσει σε σύγκριση με το 2009.
Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, αντίστοιχη – αν όχι μεγαλύτερη – πρόοδο κατέγραψαν την ίδια περίοδο και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες, ιδίως εκείνες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Το αποτέλεσμα είναι η Ελλάδα, παρά τη σταδιακή βελτίωση ορισμένων δεικτών, να παραμένει ουραγός σε κρίσιμους τομείς που καθορίζουν τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης και την ποιότητα της απασχόλησης.