Προβληματισμό προκαλεί στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης η διαρκής αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών των φορολογουμένων προς το Δημόσιο, σε συνδυασμό με τη χαμηλή συμμετοχή στις διαθέσιμες ρυθμίσεις, γεγονός που αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην αδυναμία εξυπηρέτησης των χρεών.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), τα οποία περιλαμβάνονται και στην τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο ανήλθε στο τέλος Οκτωβρίου 2025 στα 112,50 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 4,05 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Ιδιαίτερα ανησυχητικές εμφανίζονται οι προοπτικές εξέλιξης των οφειλών, καθώς η ανταπόκριση των ιδιωτών στις υφιστάμενες ρυθμίσεις παραμένει περιορισμένη. Ενδεικτικό είναι ότι από το θεωρητικά εισπράξιμο ποσό των 85,18 δισ. ευρώ, μόλις το 4% –δηλαδή 3,44 δισ. ευρώ– έχει ενταχθεί σε καθεστώς ρύθμισης. Παράλληλα, ποσοστό 24,28% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, που αντιστοιχεί σε 27,32 δισ. ευρώ, έχει χαρακτηριστεί ανεπίδεκτο είσπραξης.
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση ρυθμισμένων οφειλών (15,52%) καταγράφεται στην κατηγορία χρεών από 500 έως 10.000 ευρώ. Ειδικότερα, εντός του ίδιου εύρους, τα υψηλότερα ποσοστά ρύθμισης εντοπίζονται στα ποσά από 2.000 έως 3.000 ευρώ, όπου το ποσοστό φθάνει το 18,16%.
Σημαντικές διαφοροποιήσεις παρατηρούνται μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων. Για τα φυσικά πρόσωπα, το υψηλότερο ποσοστό ρυθμισμένων οφειλών εμφανίζεται επίσης στο εύρος 500–10.000 ευρώ (15,34%), με το ποσοστό να αγγίζει το 18,40% για οφειλές 2.000–3.000 ευρώ. Αντίθετα, τα νομικά πρόσωπα παρουσιάζουν μεγαλύτερη διάθεση ρύθμισης σε υψηλότερα ποσά, καθώς το 21,66% των ρυθμισμένων οφειλών αφορά χρέη από 10.000 έως 100.000 ευρώ, ενώ στην υποκατηγορία 10.000–20.000 ευρώ το ποσοστό φτάνει το 25%. Αντίθετα, χαμηλή συμμετοχή στις ρυθμίσεις καταγράφεται τόσο στα πολύ μικρά ποσά –ιδίως κάτω των 500 ευρώ– όσο και στα υψηλά χρέη, άνω των 20.000 ευρώ για τα φυσικά πρόσωπα και άνω των 150.000 ευρώ για τα νομικά.
Η διάρθρωση των οφειλών
Αναλύοντας τη σύνθεση του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, προκύπτει ότι το 60,97% –ποσό 51,93 δισ. ευρώ– αφορά φορολογικές οφειλές. Το υπόλοιπο προέρχεται από κατηγορίες χρεών με ιδιαίτερα χαμηλή εισπραξιμότητα. Συγκεκριμένα, τα πρόστιμα, φορολογικά και μη, αντιστοιχούν στο 28,43% του συνόλου, ή 24,22 δισ. ευρώ, ενώ οι μη φορολογικές οφειλές (δάνεια, δικαστικά έξοδα, καταλογισμοί κ.ά.) αντιπροσωπεύουν το 10,60%, ή 9,03 δισ. ευρώ.
Από τις φορολογικές οφειλές, ποσό 8,30 δισ. ευρώ αφορά αφερέγγυους οφειλέτες, ενώ 16,58 δισ. ευρώ προέρχονται από χρέη με λήξη δόσεων που υπερβαίνει τη δεκαετία. Έτσι, απομένουν 27,05 δισ. ευρώ οφειλών, από τις οποίες προέρχεται το 92,37% των συνολικών εισπράξεων. Με άλλα λόγια, σχεδόν το σύνολο των εσόδων προέρχεται από μόλις το 31,76% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Περαιτέρω ανάλυση των φορολογικών χρεών δείχνει ότι το μεγαλύτερο μερίδιο αφορά τον ΦΠΑ, ο οποίος συγκεντρώνει το 47,20% των οφειλών, ύψους 24,51 δισ. ευρώ. Ακολουθεί ο φόρος εισοδήματος με ποσοστό 42,11%, ενώ οι φόροι στην ακίνητη περιουσία εμφανίζουν σαφώς μικρότερη συμμετοχή, μόλις 5,37%, που αντιστοιχεί σε 2,79 δισ. ευρώ.
Σε ό,τι αφορά τον αριθμό των οφειλετών, στο τέλος Οκτωβρίου 2025 καταγράφεται μείωση κατά 30.407 φυσικά και νομικά πρόσωπα σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν, με το σύνολο να διαμορφώνεται στους 3.896.032 οφειλέτες.
Παράλληλα, έως το τέλος του έτους η φορολογική διοίκηση αναμένεται να διαγράψει επιπλέον χρέη ύψους 10 δισ. ευρώ, χαρακτηρίζοντάς τα ανεπίδεκτα είσπραξης. Από αυτά, τα 9,8 δισ. ευρώ αφορούν μεγάλες οφειλές άνω του 1,5 εκατ. ευρώ ανά περίπτωση, ενώ μόλις 200 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν σε μικροοφειλές. Πρόκειται κυρίως για χρέη επιχειρήσεων που έχουν πτωχεύσει, οφειλετών που έχουν αποβιώσει ή δεν διαθέτουν εισοδήματα, τα οποία παραμένουν ανενεργά επί δεκαετίες στα αρχεία των εφοριών και των τελωνείων.
Στο τραπέζι νέες παρεμβάσεις
Η εικόνα που αποτυπώνει ο «χάρτης» των ληξιπρόθεσμων οφειλών ενισχύει την ανάγκη για πιο στοχευμένες και ευέλικτες παρεμβάσεις, προκειμένου να αυξηθεί η συμμετοχή στις ρυθμίσεις και να ανακοπεί η ανοδική πορεία των χρεών προς το Δημόσιο, όπως ζητούν και οι φορείς της αγοράς. Με τη συμμόρφωση να παραμένει χαμηλή και το ύψος των οφειλών να αυξάνεται, εξετάζονται εναλλακτικά σενάρια διευκόλυνσης των οφειλετών.
Μεταξύ των προτάσεων που βρίσκονται στο τραπέζι είναι η εφαρμογή νέων στρατηγικών είσπραξης από τη φορολογική διοίκηση, με βάση το προφίλ κάθε οφειλέτη, το είδος και το ύψος των οφειλών του, ώστε να προωθούνται εξατομικευμένες ρυθμίσεις. Η ΑΑΔΕ θα προχωρά σε τακτική αξιολόγηση της συμπεριφοράς των οφειλετών, με επανελέγχους και επαναπροσδιορισμό της στρατηγικής είσπραξης.
Παράλληλα, εξετάζεται το ενδεχόμενο βελτίωσης των όρων της πάγιας ρύθμισης, με αύξηση του αριθμού των δόσεων από 24 σε 36 και μείωση του επιτοκίου. Αντίθετα, το σενάριο μιας νέας γενικευμένης ρύθμισης τύπου «120 δόσεων» έχει απορριφθεί από το υπουργείο Οικονομικών, τόσο για λόγους δημοσιονομικής πειθαρχίας όσο και λόγω των ενστάσεων των δανειστών, που επικαλούνται τον κίνδυνο υπονόμευσης της κουλτούρας πληρωμών.