Η πορεία του πληθωρισμού στην Ελλάδα παραμένει υπό έλεγχο, παρά τις επίμονες πιέσεις που ασκούνται από τον τομέα των υπηρεσιών, σύμφωνα με τη νέα ανάλυση της Alpha Bank. Κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2025, ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 3%, ποσοστό σταθερό σε σχέση με το 2024 αλλά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (2,1%). Ο πληθωρισμός του Σεπτεμβρίου υποχώρησε στο 1,8%, δείχνοντας σημάδια αποκλιμάκωσης μετά από μια διετία έντονης μεταβλητότητας στις τιμές.
Πιο επίμονος εμφανίζεται ο δομικός πληθωρισμός, που εξαιρεί ενέργεια και τρόφιμα, και ο οποίος ανήλθε στο 3,9% στην Ελλάδα, έναντι 2,4% στην Ευρωζώνη. Η απόκλιση αυτή αντανακλά, σύμφωνα με τους αναλυτές, το θετικό παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας – τη διατήρηση δηλαδή μιας υπερβάλλουσας ζήτησης που συνδέεται με την ανάπτυξη, σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή οικονομία όπου η προσφορά υπερβαίνει τη ζήτηση.
Την ίδια στιγμή, η ενεργειακή συνιστώσα του πληθωρισμού έχει σχεδόν μηδενική ή και αρνητική συνεισφορά, καθώς οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου υποχώρησαν από τον Απρίλιο, ενώ η ενίσχυση του ευρώ έναντι του δολαρίου βοήθησε περαιτέρω στη συγκράτηση των ενεργειακών δαπανών. Αντίθετα, η άνοδος των τιμών των υπηρεσιών παραμένει ο βασικός παράγοντας που κρατά ζωντανές τις πληθωριστικές πιέσεις, ευθυνόμενη για σχεδόν το 80% της ανόδου του δείκτη.
Η εικόνα αυτή αποδίδεται στη δυναμική της τουριστικής ζήτησης, στην αύξηση των αποδοχών που μετακυλίεται στις τιμές, καθώς και στις αλλαγές στην έμμεση φορολογία σε εστίαση και διαμονή. Παράλληλα, η υψηλή στάθμιση των υπηρεσιών στον ελληνικό ΕνΔΤΚ —σχεδόν 49%, το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωζώνη— καθιστά κάθε αύξηση τιμών ιδιαίτερα επιδραστική. Οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις εντοπίζονται στη στέγαση (8,1%, με τα ενοίκια να αυξάνονται 10,6%) και στα τουριστικά πακέτα και καταλύματα (7,8%), ενώ σημαντικές αυξήσεις σημειώθηκαν και στις υπηρεσίες αναψυχής και προσωπικής φροντίδας (5,9%).
Παρά τις πιέσεις, ο δομικός πληθωρισμός αποκλιμακώθηκε στο 2,6% τον Σεπτέμβριο, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών, με όλες σχεδόν τις κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών να συμβάλλουν θετικά στη μείωση. Οι τιμές της ενέργειας κατέγραψαν ετήσια πτώση 3,7%, ενώ οι τιμές των υπηρεσιών αυξήθηκαν με τον χαμηλότερο ρυθμό από τον Μάιο του 2024.
Στο πεδίο των προσδοκιών, η αγορά δείχνει να παραμένει συγκρατημένη. Οι επιχειρηματικές εκτιμήσεις στη βιομηχανία για την πορεία των τιμών παραμένουν σταθερές, ενώ οι λιανέμποροι αναμένουν σταδιακή επιβράδυνση. Οι καταναλωτές, από την πλευρά τους, διατηρούν ελαφρώς ανοδικές προβλέψεις για το επόμενο δωδεκάμηνο, χωρίς ωστόσο ενδείξεις πανικού ή έντονης αναζωπύρωσης των πληθωριστικών προσδοκιών.
Η ανάλυση της Alpha Bank καταλήγει ότι η ελληνική οικονομία κινείται προς μια περίοδο σταδιακής ομαλοποίησης του πληθωρισμού, αν και η πορεία του θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς ενεργειακές εξελίξεις και τις πιέσεις στον τομέα των υπηρεσιών. Παρά τις προκλήσεις, η αποκλιμάκωση του Σεπτεμβρίου αφήνει ένα πρώτο θετικό σήμα ότι η σταθερότητα στις τιμές μπορεί να παγιωθεί τους επόμενους μήνες.