Η πρώτη εβδομάδα του πολέμου εναντίον του Ιράν είχε κόστος υψηλότερο από 11,3 δισεκατομμύρια δολάρια για τις ΗΠΑ, αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια ενημέρωσης μελών του Κογκρέσου από το αμερικανικό Πεντάγωνο, σύμφωνα με δημοσίευμα της New York Times. Κατά τις πληροφορίες της εφημερίδας, η οποία επικαλείται πηγές τις οποίες δεν κατονομάζει, παρούσες στην ενημέρωση της Τρίτης, από τον αριθμό αυτό εξαιρούνται διάφορα κόστη, όπως για παράδειγμα για την προετοιμασία των πληγμάτων, κάτι που αφήνει να εννοηθεί ότι το πραγματικό κόστος είναι πολύ υψηλότερο. Αξιωματικοί των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων είχαν εξάλλου πει σε μέλη της αμερικανικής εθνικής αντιπροσωπείας πως μόνο τις πρώτες δυο ημέρες του πολέμου χρησιμοποιήθηκαν όπλα ή πυρομαχικά αξίας 5,6 δισεκ. δολαρίων, ποσό πολύ πιο υψηλό από ό,τι είχε αναφερθεί ως τώρα, κατά δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου.
Η δαπάνη αυτή δεν αφορά μόνο τις άμεσες πολεμικές ενέργειες, αλλά ένα σύνολο επιχειρησιακών, τεχνολογικών και υλικοτεχνικών παραγόντων που ενεργοποιούνται σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Ένα μεγάλο μέρος των δαπανών σχετίζεται με τη χρήση προηγμένων οπλικών συστημάτων υψηλής ακρίβειας. Οι αεροπορικές επιδρομές, η εκτόξευση πυραύλων cruise και η χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) αποτελούν βασικά εργαλεία των πρώτων ημερών μιας στρατιωτικής σύγκρουσης. Κάθε κατευθυνόμενος πύραυλος μπορεί να κοστίζει από 1 έως 2 εκατομμύρια δολάρια, ενώ οι κατευθυνόμενες βόμβες υψηλής τεχνολογίας έχουν επίσης σημαντικό κόστος. Εάν πραγματοποιούνται εκατοντάδες πλήγματα μέσα σε λίγες ημέρες, η οικονομική επιβάρυνση αυξάνεται ταχύτατα.
Παράλληλα, σημαντικό κόστος δημιουργείται από τη λειτουργία των στρατιωτικών μέσων. Τα μαχητικά αεροσκάφη απαιτούν μεγάλες ποσότητες καυσίμων, εξειδικευμένη συντήρηση και τεχνικό προσωπικό. Μια ώρα πτήσης σύγχρονου μαχητικού μπορεί να κοστίζει δεκάδες χιλιάδες δολάρια. Επιπλέον, η παρουσία ναυτικών δυνάμεων στην περιοχή —όπως αεροπλανοφόρα, αντιτορπιλικά και υποβρύχια— συνεπάγεται καθημερινά έξοδα λειτουργίας και υποστήριξης που φτάνουν σε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η υλικοτεχνική υποστήριξη των στρατευμάτων. Η μεταφορά στρατιωτικού προσωπικού, εξοπλισμού, πυρομαχικών και εφοδίων σε μια περιοχή επιχειρήσεων απαιτεί μεγάλο αριθμό μεταγωγικών αεροσκαφών και πλοίων. Επιπλέον, πρέπει να δημιουργηθούν βάσεις υποστήριξης, συστήματα επικοινωνιών και δίκτυα πληροφοριών που επιτρέπουν τον συντονισμό των επιχειρήσεων.
Πέρα από το άμεσο στρατιωτικό κόστος, υπάρχουν και ευρύτερες οικονομικές συνέπειες. Μια σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μπορεί να επηρεάσει τις διεθνείς αγορές ενέργειας, καθώς η περιοχή αποτελεί βασικό κόμβο παραγωγής και μεταφοράς πετρελαίου. Η αύξηση της γεωπολιτικής έντασης συχνά οδηγεί σε άνοδο των τιμών του πετρελαίου, γεγονός που επηρεάζει τον πληθωρισμό και την οικονομική δραστηριότητα παγκοσμίως.
Τέλος, το ποσό των 11,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε μόλις έξι ημέρες δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να κλιμακωθεί το οικονομικό κόστος ενός πολέμου. Αν μια σύγκρουση παραταθεί για εβδομάδες ή μήνες, οι συνολικές δαπάνες μπορεί να αυξηθούν δραματικά, επηρεάζοντας τόσο τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και τη σταθερότητα της διεθνούς οικονομίας. Έτσι, η οικονομική διάσταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στη στρατηγική αξιολόγηση κάθε σύγχρονης γεωπολιτικής κρίσης.