Η UBS εξακολουθεί να διατηρεί ξεκάθαρα θετική στάση απέναντι στις ελληνικές τράπεζες, εκτιμώντας ότι ο κλάδος βρίσκεται στην αρχή ενός νέου κύκλου δημιουργίας αξίας. Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, η ισχυρή ζήτηση για νέα δάνεια, η σταθεροποίηση των καθαρών εσόδων από τόκους και οι ελκυστικές αποτιμήσεις συνθέτουν, σύμφωνα με τον ελβετικό οίκο, ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό επενδυτικό περιβάλλον.
Θεωρεί ότι οι ελληνικές τράπεζες αφήνουν οριστικά πίσω τους την περίοδο της εξυγίανσης και περνούν σε μια νέα εποχή, όπου το πλεονάζον κεφάλαιο αξιοποιείται τόσο μέσω γενναιότερων διανομών προς τους μετόχους όσο και μέσω επιλεκτικών εξαγορών που ενισχύουν τις προοπτικές ανάπτυξης.
Στο πλαίσιο αυτό, διατηρεί σύσταση buy και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Η τιμή-στόχος για την Alpha Bank τοποθετείται στα 4,90 ευρώ, υποδηλώνοντας ανοδικό περιθώριο περίπου 26%, ενώ για την Τράπεζα Πειραιώς διαμορφώνεται στα 11,20 ευρώ, επίσης με εκτιμώμενη άνοδο 26%. Για την Εθνική Τράπεζα η τιμή-στόχος ανέρχεται στα 18,20 ευρώ, με δυνητική άνοδο 21%, ενώ για τη Eurobank στα 4,70 ευρώ, που συνεπάγεται περιθώριο ανόδου περίπου 15%.
Αναλύοντας τις επιμέρους τράπεζες, η UBS εκτιμά ότι η Alpha Bank, παρά τη χαμηλότερη ακόμη κερδοφορία της σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, εμφανίζει τη μεγαλύτερη δυναμική αύξησης των κερδών ανά μετοχή την επόμενη τριετία. Οι πρόσφατες εξαγορές αναμένεται να επιταχύνουν τη βελτίωση των οικονομικών της επιδόσεων και να ενισχύσουν περαιτέρω τη λειτουργική της αποτελεσματικότητα.
Για τη Eurobank, ο οίκος βλέπει μια από τις πιο ελκυστικές ιστορίες περιφερειακής ανάπτυξης στην ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά. Η ενσωμάτωση της Ελληνικής Τράπεζας στην Κύπρο διευρύνει τις αναπτυξιακές της δυνατότητες, ενώ η παρουσία της σε αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ενισχύει τη διαφοροποίηση των εσόδων και την κερδοφορία. Παράλληλα, η εξαγορά της Eurolife αναμένεται να στηρίξει περαιτέρω τόσο τα κέρδη όσο και την απόδοση των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE), δημιουργώντας επιπλέον περιθώρια για αυξημένες διανομές στους μετόχους.
Η Εθνική Τράπεζα, σύμφωνα με την UBS, αποτελεί την ποιοτικότερη επιλογή για όσους επιθυμούν έκθεση στην αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας. Διαθέτει την υψηλότερη κερδοφορία του κλάδου, την ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση και ιδιαίτερα υγιή ποιότητα ενεργητικού, γεγονός που της επιτρέπει να επιστρέφει επιπλέον κεφάλαια στους μετόχους πέραν των ήδη ανακοινωμένων πολιτικών διανομής. Θετικά αξιολογείται και η νέα συνεργασία bancassurance με την Allianz, η οποία εκτιμάται ότι θα ενισχύσει τα κέρδη και την απόδοση κεφαλαίων σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Ιδιαίτερα αισιόδοξη εμφανίζεται η UBS και για την Τράπεζα Πειραιώς, μετά τα μηνύματα που εξέπεμψε η διοίκηση στο πρόσφατο Capital Markets Day. Η εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής θεωρείται στρατηγικής σημασίας, καθώς μετασχηματίζει τον όμιλο σε έναν ολοκληρωμένο πάροχο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, δημιουργώντας νέες πηγές εσόδων, υψηλότερες αποδόσεις κεφαλαίων και σημαντικά περιθώρια αναβάθμισης της αποτίμησης της μετοχής.
Σε επίπεδο κλάδου, η UBS εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες θα συνεχίσουν να ωφελούνται από την ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας και τη σταθερή αύξηση της εταιρικής χρηματοδότησης. Επόμενος βασικός καταλύτης θεωρείται η αξιοποίηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου, μέσα από συνδυασμό στοχευμένων εξαγορών και υψηλότερων αποδόσεων προς τους μετόχους. Παρά την ισχυρή ανάκαμψη των τραπεζικών μετοχών μετά τη διόρθωση που προκάλεσε η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή, ο οίκος εκτιμά ότι οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να προσφέρουν ελκυστικά σημεία εισόδου σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές τράπεζες.
Η UBS προβλέπει ότι η επενδυτική δραστηριότητα στην Ελλάδα θα παραμείνει έντονη τα επόμενα χρόνια, με βασικό μοχλό τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). Στο πλαίσιο αυτό, αναμένει ότι τα εξυπηρετούμενα δάνεια θα αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 8% την περίοδο 2025-2028, ενώ θεωρεί ότι τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια έχουν ήδη φθάσει στο χαμηλότερο σημείο τους. Η επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης εκτιμάται ότι θα στηρίξει εκ νέου την αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους.
Ταυτόχρονα, οι προμήθειες αναμένεται να εξελιχθούν σε ακόμη έναν βασικό πυλώνα ενίσχυσης της οργανικής κερδοφορίας, ενώ η εξυγίανση των ισολογισμών έχει πλέον ολοκληρωθεί, με τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα να βρίσκονται σε φυσιολογικά επίπεδα και το κόστος πιστωτικού κινδύνου να παραμένει περιορισμένο. Η συνεχής δημιουργία κεφαλαίων, σύμφωνα με τον οίκο, δίνει στις διοικήσεις μεγαλύτερη ευελιξία τόσο για υψηλότερες διανομές όσο και για νέες στρατηγικές κινήσεις.
Σε ό,τι αφορά τις μακροοικονομικές προοπτικές, η UBS προβλέπει ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά 2,2% φέτος και 1,8% το 2027, ρυθμούς που εξακολουθούν να υπερβαίνουν αισθητά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παρότι αναγνωρίζει ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή αποτελεί παράγοντα κινδύνου, θεωρεί ότι η ισχυρή δημοσιονομική εικόνα της χώρας λειτουργεί ως σημαντικό ανάχωμα. Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, το οποίο εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 138% του ΑΕΠ φέτος και στο 133% έως το 2027, ενισχύουν περαιτέρω την επενδυτική εικόνα της Ελλάδας.
Ο οίκος καταλήγει ότι ο συνδυασμός των ευρωπαϊκών πόρων, της ανθεκτικής οικονομικής ανάπτυξης και της ισχυρής επίδοσης στρατηγικών κλάδων, όπως ο τουρισμός και η ναυτιλία, δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι ελληνικές τράπεζες να διατηρήσουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και κερδοφορίας τα επόμενα χρόνια.