Αύξηση σχεδόν κατά 1 ευρώ στην τιμή-στόχο της Alpha Bank δίνει η Goldman Sachs στη νέα της έκθεση για τις ελληνικές τράπεζες, διατηρώντας τη σύσταση «Αγορά» και προβλέποντας πολυετή βελτίωση της κερδοφορίας της τράπεζας.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, η Alpha Bank αναμένεται να υπεραποδώσει έναντι του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου, με μέση αύξηση κερδών ανά μετοχή (EPS) της τάξης του 13% έως το 2028. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στην ισχυρή πιστωτική επέκταση σε Ελλάδα και Κύπρο, καθώς και στη συνεχή ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες, κυρίως στους τομείς του transaction banking και της διαχείρισης περιουσίας.
Οι παράγοντες αυτοί, όπως επισημαίνεται, στηρίζουν τη σταδιακή βελτίωση της απόδοσης ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE), ενισχύοντας το επενδυτικό προφίλ της τράπεζας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Ο ρόλος των εξαγορών και της UniCredit
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις στρατηγικές εξαγορές της AstroBank και της AXIA το 2025, οι οποίες έχουν ήδη ενσωματωθεί στα μοντέλα της Goldman Sachs. Οι συναλλαγές αυτές εκτιμάται ότι θα ενισχύσουν τα κέρδη ανά μετοχή κατά περίπου 6% και θα προσθέσουν 0,75 ποσοστιαίες μονάδες στο ROTE.
Παράλληλα, διευρύνουν το μείγμα εσόδων της Alpha Bank πέραν της παραδοσιακής δραστηριότητας στη λιανική και επιχειρηματική τραπεζική στην Ελλάδα, ενισχύοντας την παρουσία της σε επενδυτικές και εξειδικευμένες τραπεζικές υπηρεσίες.
Θετικά αποτιμάται και η στρατηγική συνεργασία με τη UniCredit. Ο διευθύνων σύμβουλος της ιταλικής τράπεζας, Αντρέα Ορσέλ, κατά την παρουσίαση των ετήσιων αποτελεσμάτων, υπογράμμισε την αξία που δημιουργεί η συνεργασία, σημειώνοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνει ακόμη και αντίστοιχες συνέργειες με πλήρως ελεγχόμενες θυγατρικές.
Ισχυρή δημιουργία κεφαλαίου και «μαξιλάρι» ευελιξίας
Παρότι το ROTE της Alpha Bank εκτιμάται κοντά στο 12% το 2025 —χαμηλότερα από ορισμένους εγχώριους και ευρωπαϊκούς ανταγωνιστές— η Goldman Sachs επισημαίνει ότι η οργανική δημιουργία κεφαλαίου είναι ισχυρότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ειδικότερα, η παραγωγή κεφαλαίου υπολογίζεται σε περίπου 350 μονάδες βάσης, έναντι λιγότερων από 300 μ.β. για τον ευρωπαϊκό κλάδο, στοιχείο που προσφέρει σημαντική στρατηγική ευελιξία. Το πλεονέκτημα αυτό συνδέεται και με το υψηλό απόθεμα αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTCs), το οποίο, αν και υπόκειται σε εποπτικούς περιορισμούς και δεν προσμετράται πλήρως στα εποπτικά κεφάλαια, δεν επηρεάζει τα ενσώματα ίδια κεφάλαια.
Καθώς η τράπεζα ενισχύει την κερδοφορία της, δύναται να αξιοποιεί σταδιακά αυτές τις φορολογικές απαιτήσεις, μειώνοντας την επίπτωση στα εποπτικά κεφάλαια και ενισχύοντας περαιτέρω την κεφαλαιακή της βάση.
Πλεονάζον κεφάλαιο και περιθώριο για κινήσεις
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι ο δείκτης CET1 θα αυξηθεί από 14,9% στο τέλος του 2025 σε περίπου 16% έως το 2028, ακόμη και με υψηλότερα ποσοστά διανομής κερδών (payout ratio από 50% σε 60%) και παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού λόγω πιστωτικής επέκτασης.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πλεονάζον κεφάλαιο σε σχέση με τον στόχο CET1 του 13%, το οποίο μπορεί να κατευθυνθεί σε περαιτέρω ανάπτυξη, αυξημένες διανομές προς τους μετόχους, επαναγορές μετοχών ή επιλεκτικές εξαγορές, υπό αυστηρά κριτήρια απόδοσης.
Συνολικά, η Goldman Sachs βλέπει έναν συνδυασμό ισχυρής οργανικής ανάπτυξης, ενίσχυσης εσόδων και κεφαλαιακής ανθεκτικότητας, που τοποθετεί την Alpha Bank σε τροχιά διατηρήσιμης βελτίωσης της κερδοφορίας τα επόμενα χρόνια.