Σε περαιτέρω αναδιάταξη της προϊοντικής της στρατηγικής, του διεθνούς της αποτυπώματος και βασικών πτυχών του επενδυτικού της αφηγήματος αναμένεται να προχωρήσει από το νέο έτος η Alpha Bank, αξιοποιώντας την ισχυρή δυναμική που κατέγραψε το 2024 και τη διευρυμένη συνεργασία της με την UniCredit.
Με βάση την υπεραπόδοση της φετινής χρονιάς και τη λειτουργική εμβάθυνση της συμμαχίας με την ιταλική τράπεζα, ο όμιλος της Alpha εμφανίζεται έτοιμος να ενισχύσει τη θέση και τα μερίδιά του στις αγορές όπου ήδη δραστηριοποιείται, αλλά και να ανοίξει νέους γεωγραφικούς και επιχειρηματικούς ορίζοντες, ενισχύοντας την εξωστρέφεια και τη διαφοροποίηση των εσόδων του.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η απόφαση για αναβάθμιση της παρουσίας της τράπεζας στο Λουξεμβούργο, με τη μετεξέλιξη του υφιστάμενου branch σε αυτόνομη μονάδα private banking. Η Alpha φιλοδοξεί να αξιοποιήσει το ισχυρό της αποτύπωμα στο offshore wealth, μεταφέροντας στη νέα δομή –με έδρα το Λουξεμβούργο αλλά με αναφορές και στην Ελλάδα– κεφάλαια και πελατειακές σχέσεις. Το σχέδιο, για το οποίο έχει ήδη κατατεθεί σχετικό αίτημα αδειοδότησης, αναμένεται να υλοποιηθεί εντός του 2026. Παρότι η UniCredit διαθέτει αντίστοιχη παρουσία στο Λουξεμβούργο, στρατηγική επιλογή της Alpha είναι η ανεξάρτητη ανάπτυξη, είτε οργανικά είτε μέσω στοχευμένων κινήσεων.
Η συνεργασία με την UniCredit επεκτείνεται, ωστόσο, πολύ πέραν των τομέων wholesale banking, διεθνών κοινοπρακτικών δανείων, transaction banking και asset management. Ειδικότερα, η Alpha σκοπεύει να αξιοποιήσει την ισχυρή παρουσία της UniCredit στη Γερμανία, μέσω της HypoVereinsbank, προσφέροντας στεγαστικά προϊόντα σε κατοίκους της χώρας που ενδιαφέρονται για την απόκτηση ακινήτων στην Ελλάδα, ενισχύοντας το σχετικό σκέλος του δανειακού της χαρτοφυλακίου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει για την τράπεζα και η αυξανόμενη ροή κεφαλαίων από τη Μέση Ανατολή, την Ασία και την Ινδία προς την Ευρώπη. Η Alpha επιδιώκει ενεργό ρόλο τόσο στη μεταφορά κεφαλαίων όσο και στην απευθείας χρηματοδότηση –πέραν των κοινοπρακτικών σχημάτων– επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται ή επεκτείνονται στις συγκεκριμένες αγορές. Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζεται και η δημιουργία μόνιμων desks ή γραφείων αντιπροσωπείας. Πρόκειται για γεωγραφικές ζώνες με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπου υλοποιούνται μεγάλης κλίμακας έργα υποδομών, data centers και ενεργειακά δίκτυα, δημιουργώντας αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης με ελκυστικά περιθώρια και υψηλό πιστωτικό προφίλ.
Η Κύπρος αποτελεί ήδη ένα πρώτο, ουσιαστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Μετά την εξαγορά της AstroBank, η Alpha Bank Cyprus αναδεικνύεται σε μια «μπουτίκ» τραπεζική μονάδα, ενώ οι παράλληλες κινήσεις της μητρικής μέσω της Axia Ventures –σε συνδυασμό με τη συγχώνευση με την Alpha Finance– διαμορφώνουν έναν καθετοποιημένο όμιλο επενδυτικής τραπεζικής, ο οποίος αναβαθμίζεται διαρκώς σε συνεργασία με την UniCredit.
Στον ίδιο στρατηγικό άξονα κινούνται Alpha και UniCredit και στη Ρουμανία. Η Alpha, κατέχοντας ποσοστό 9,9% στη νέα τραπεζική οντότητα που προέκυψε από τη συγχώνευση Alpha Bank Romania – UniCredit Romania, δύναται –υπό τη στρατηγική εξαγορών που ακολουθεί ο CEO της UniCredit, Andrea Orcel– να συμμετέχει με το ίδιο ποσοστό σε έναν σημαντικά μεγαλύτερο τραπεζικό οργανισμό. Πρόκειται για μια αγορά με ισχυρές μακροοικονομικές προοπτικές και περιθώρια περαιτέρω τραπεζικής ενοποίησης. Στόχος της διοίκησης είναι η Ρουμανία και η Κύπρος να συνεισφέρουν σωρευτικά άνω του 20% των εσόδων του ομίλου σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Ένα πρώτο στίγμα των κατευθυντήριων γραμμών της νέας στρατηγικής έδωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank, Βασίλης Ψάλτης, επισημαίνοντας ότι η τράπεζα προχωρά σε συνολικό ανασχεδιασμό με επίκεντρο τις ανάγκες της πελατειακής της βάσης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην «αφύπνιση» του retail banking, με την Alpha να ετοιμάζεται, υπό την ομπρέλα της UniCredit, να διαθέσει νέα επενδυτικά και τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα, προσαρμοσμένα στο προφίλ των πελατών της.
Ο κ. Ψάλτης υπογράμμισε, παράλληλα, την ανάγκη δημιουργίας πρόσθετου κεφαλαίου και αποδόσεων για τους Έλληνες καταθέτες και αποταμιευτές, με στόχο τη θωράκιση του μελλοντικού –και συνταξιοδοτικού– τους εισοδήματος. Όπως σημείωσε, τα μικρομεσαία εισοδήματα αρχίζουν να συνειδητοποιούν την ανάγκη για πιο ώριμες και μακροπρόθεσμες αποφάσεις στη διαχείριση των αποταμιεύσεών τους, στοιχείο που συνδέεται άμεσα με τον δεύτερο και τρίτο πυλώνα ασφάλισης.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η περιορισμένη οικονομική παιδεία, οι αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος στην εγχώρια αγορά, αλλά και διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας –όπως τα χαμηλά εισοδήματα και η διοχέτευση του μεγαλύτερου μέρους του διαθέσιμου εισοδήματος στην κατανάλωση– λειτουργούν ανασταλτικά. Σε αυτά προστίθεται και η απουσία επαρκών φορολογικών κινήτρων στο πλαίσιο του δεύτερου και τρίτου πυλώνα του συνταξιοδοτικού συστήματος, δημιουργώντας πρόσθετες αγκυλώσεις για τα μικρομεσαία εισοδήματα.