Σε μια περίοδο έντονης ακρίβειας και δημοσιονομικών πιέσεων, η Μονάδα Οικονομικής Ανάλυσης της Eurobank προειδοποιεί για τη σιωπηρή επιβάρυνση που υφίστανται τα νοικοκυριά λόγω της απουσίας τιμαριθμικής προσαρμογής στη φορολογική κλίμακα.
Στην αναλυτική μελέτη των Αναστασάτου, Ράπανου και Σταματίου, εξετάζεται το πώς η «ολίσθηση κλιμακίου» – δηλαδή η αύξηση φόρου λόγω πληθωριστικών αυξήσεων σε ονομαστικά εισοδήματα – πλήττει πρωτίστως τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους.
Η «ολίσθηση κλιμακίου» και ο πληθωριστικός μηχανισμός
Η μελέτη καταδεικνύει ότι σχεδόν το 70% του φορολογητέου εισοδήματος των φυσικών προσώπων στην Ελλάδα προέρχεται από μισθούς και συντάξεις, με τα εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα να ακολουθούν μακρινά με μόλις 9%. Αυτό σημαίνει ότι τέσσερα στα πέντε ευρώ που δηλώνονται από φυσικά πρόσωπα εντάσσονται στην προοδευτική φορολογική κλίμακα, στην οποία όσο υψηλότερο το εισόδημα, τόσο υψηλότερος και ο συντελεστής φορολόγησης.
Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η έλλειψη προσαρμογής της κλίμακας στον πληθωρισμό οδηγεί σε αυτό που ονομάζεται “ολίσθηση κλιμακίου”: οι ονομαστικές αυξήσεις των αποδοχών –που στην πραγματικότητα απλώς καλύπτουν τη μείωση της αγοραστικής δύναμης λόγω πληθωρισμού– ωθούν τους φορολογούμενους σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια. Έτσι, η φορολογική τους επιβάρυνση αυξάνεται χωρίς να αυξάνεται πραγματικά το εισόδημά τους. Επιπλέον, ακόμα και οι φορολογούμενοι που δεν είδαν αυξήσεις, πληρώνουν τον ίδιο φόρο για εισοδήματα που πλέον έχουν μικρότερη αξία – κάτι που ισοδυναμεί με έναν «πληθωριστικό φόρο», ο οποίος ενισχύει τα έσοδα του κράτους, αλλά περιορίζει την κατανάλωση.
Ποσοτικά ευρήματα: ποιος πληρώνει και πόσο
Η μελέτη παρουσιάζει αναλυτικά τρία σενάρια τιμαριθμοποίησης (πλήρης, μερική και ήπια) και αξιολογεί τέσσερις βασικούς άξονες:
1. Τη συμβολή της μη τιμαριθμοποίησης στην αύξηση των φορολογικών εσόδων.
2. Τον αντίκτυπο στο διαθέσιμο εισόδημα μισθωτών και επαγγελματιών.
3. Τις διαφοροποιήσεις ανά εισοδηματικό κλιμάκιο.
4. Τη συγκριτική θέση της Ελλάδας σε σχέση με άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, η συνολική φορολογική επιβάρυνση αυξήθηκε από 9,9% το 2021 σε 11,1% το 2023. Από αυτήν την αύξηση, το 37% αποδίδεται στην έλλειψη τιμαριθμοποίησης. Αν υπήρχε πλήρης προσαρμογή, τα φορολογικά έσοδα του 2023 θα ήταν 9,2% χαμηλότερα – απώλεια που μεταφράζεται σε περίπου €810 εκατ. Το 2025, η αντίστοιχη απώλεια προβλέπεται κοντά στο €1 δισ., χωρίς να διακυβεύεται ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 2% του ΑΕΠ. Με ήπια προσαρμογή, η απώλεια περιορίζεται στα €0,5–0,6 δισ.
Η επίπτωση στους φορολογούμενους δεν είναι ομοιόμορφη:
-Για τους μισθωτούς και συνταξιούχους, η μη τιμαριθμοποίηση εξηγεί το 47% της αύξησης του φόρου που κλήθηκαν να πληρώσουν.
-Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, εξηγεί μόλις 16% της αντίστοιχης αύξησης.
Η αναδιανομή των βαρών είναι επίσης άνιση:
-Το μεσαίο 40%-70% του πληθυσμού πληρώνει έως και 32% περισσότερο φόρο.
-Οι χαμηλόμισθοι δεν επηρεάζονται, καθώς δεν πληρώνουν φόρο.
-Τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα κερδίζουν οριακά, λόγω της κατάργησης της εισφοράς αλληλεγγύης – η οποία πάντως ωφέλησε κυρίως αυτούς.
Σύμφωνα με τη μελέτη, μια πλήρης τιμαριθμοποίηση θα ευνοούσε όλα τα εισοδήματα πλην του ανώτατου 10%, με τον διάμεσο μισθωτό να βλέπει τον φόρο του μειωμένο έως και κατά 41%.
Η θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό Νότο
Η Ελλάδα κατατάσσεται περίπου στη μέση σε ό,τι αφορά τη φορολογική επιβάρυνση των μισθών μεταξύ των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Ωστόσο, για ζευγάρια με παιδιά, παρουσιάζει τη μεγαλύτερη συνολική επιβάρυνση, εξαιτίας της χαμηλής οικογενειακής στήριξης και των υψηλών ασφαλιστικών εισφορών.
Επιπλέον:
Το αφορολόγητο όριο ανέρχεται στο 62% του διάμεσου μισθού, επίπεδο σχετικά υψηλό.
Ωστόσο, ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής εφαρμόζεται νωρίτερα από κάθε άλλη χώρα: στο 225% του διάμεσου μισθού.
Πολιτικές προτάσεις για ένα δικαιότερο φορολογικό σύστημα
Η μελέτη καταλήγει σε σειρά προτάσεων που στοχεύουν σε ένα πιο ισορροπημένο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα, προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας: εξάρτηση από την κατανάλωση, χαμηλή αποταμίευση, υψηλή αδήλωτη εργασία και ανάγκη προσέλκυσης εξειδικευμένων εργαζομένων.
Οι κύριες προτάσεις είναι:
1. Θέσπιση αυτόματου τιμαριθμικού μηχανισμού για την αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων:
-Ενισχύει τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα.
-Μειονέκτημα: περιορισμένη ευελιξία σε περιόδους κρίσης.
2. Στοχευμένη τιμαριθμική προσαρμογή για τα χαμηλότερα εισοδήματα:
-Προστατεύει τους ευάλωτους.
-Όμως αφήνει εκτεθειμένα τα μεσαία στρώματα, που επωμίζονται σήμερα το μεγαλύτερο βάρος.
3. Ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο αξιολόγησης και παρέμβασης:
Ανάλογα με την οικονομική συγκυρία και τους δημοσιονομικούς στόχους.
4. Συνδυασμός της τιμαριθμοποίησης με άλλες μεταρρυθμίσεις, όπως:
-Στοχευμένες μειώσεις φορολογικών συντελεστών.
-Φορολογικές εκπτώσεις για μισθωτούς ή συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.
-Ενίσχυση της δηλωμένης εργασίας και των επενδύσεων.
Η μελέτη της Eurobank φωτίζει μια «σιωπηλή» αλλά ουσιαστική πτυχή της φορολογικής πολιτικής: τον ρόλο του πληθωρισμού στη μεταφορά βαρών προς τη μεσαία τάξη. Η τιμαριθμική προσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων δεν είναι μόνο εργαλείο δικαιοσύνης, αλλά και εργαλείο ενίσχυσης της οικονομικής αποτελεσματικότητας. Η υιοθέτησή της, σε συνδυασμό με ευρύτερες μεταρρυθμίσεις, μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια πιο ισορροπημένη φορολογική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα.