Άνοδο, αλλά με ηπιότερο ρυθμό κατέγραψε ο τουρισμός το πρώτο εξάμηνο του 2026, με τη βελτίωση να προέρχεται κυρίως από τις αυξήσεις των τιμών και τη διαφοροποίηση του πελατολογίου και λιγότερο από την αύξηση της ζήτησης, ειδικά στην περίπτωση των ξενοδοχείων. Για τη συνέχεια, παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι ενδείξεις παραμένουν θετικές. Ωστόσο, η άνοδος των τιμών της ενέργειας δημιουργεί νέους κινδύνους και καθιστά αβέβαιη την πορεία του δεύτερου εξαμήνου.
Το παραπάνω προκύπτει από το τελευταίο report της GBR Consulting για την πορεία των ελληνικών ξενοδοχείων το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Βάσει αυτής οι πωληθείσες διανυκτερεύσεις αυξήθηκαν μόλις κατά 0,6% ενώ τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 10,1% καθώς τα ξενοδοχεία διατήρησαν ισχυρή τιμολογιακή δυναμική.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι πληρότητα σταθεροποιείται, γεγονός που υποδηλώνει ότι μέχρι στιγμής η αγορά απορροφά τις αυξημένες τιμές χωρίς ουσιαστική κάμψη της ζήτησης. Την ίδια στιγμή, όμως, το στοίχημα γίνεται πιο σύνθετο, καθώς η περαιτέρω ανάπτυξη θα εξαρτηθεί από τη διάθεση και τη δυνατότητα των επισκεπτών να πληρώνουν υψηλότερες τιμές, από την ικανότητα της χώρας και των ξενοδοχείων να προσελκύουν ταξιδιώτες υψηλότερης δαπάνης, από τη διατήρηση της αεροπορικής συνδεσιμότητας αλλά και από τη συνολική ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Από άποψη προορισμών τα ξενοδοχεία της Αθήνας φάνηκε να διατηρούν την πληρότητα τους, η οποία διαμορφώθηκε μεσοσταθμικά στο 74,3%, με την Μέση Ημερήσια Τιμή Δωματίου (ADR) μάλιστα να αυξάνει κατά 6,9%. Ισχυρότερος μήνας του εξαμήνου αποδείχτηκε ο Μάιος χάρη και στις μεγάλες διοργανώσεις που φιλοξενήθηκαν στην πόλη.
Στον αντίποδα τα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης φάνηκε να επηρεάζονται περισσότερο από την γεωπολιτική συγκυρία με την πληρότητα να υποχωρεί κατά 2,6% το πρώτο εξάμηνο του 2026. Και στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης καταγράφηκε αύξηση μέσης ημερήσιας τιμής κατά 3,3%, γεγονός που οδήγησε το RevPAR (έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο) σε οριακή μόνο βελτίωση.
Όσο για τα resorts, τα οποία στην πλειονότητά τους παραμένουν κλειστά κατά το πρώτο τρίμηνο, η εικόνα ήταν μεικτή. Μέχρι τον Ιούνιο η πληρότητα αυξήθηκε μόλις κατά 0,5%. Ωστόσο, το Συνολικό Ημερήσιο Έσοδο ανά Διαθέσιμο Δωμάτιο (Total Daily Revenue per Available Room) ενισχύθηκε κατά 11,2%, επιβεβαιώνοντας ότι και εδώ η αύξηση των εσόδων προήλθε κυρίως από τις υψηλότερες τιμές.
Την προαναφερθείσα εικόνα επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το πρώτο πεντάμηνο του 2026, τα οποία καταγράφουν αύξηση 0,7% των αφίξεων σε ξενοδοχεία και κάμπινγκ και αύξηση της τάξης του 1,1% των διανυκτερεύσεων.
Όπως δείχνουν μάλιστα την μερίδα του λέοντος είχαν οι ξένοι επισκέπτες, με τις αφίξεις αλλά και τις διανυκτερεύσεις να αυξάνουν κατά περίπου 1,4%. Αντίθετα οι αφίξεις των Ελλήνων μειώθηκαν κατά 0,5%, ενώ οι διανυκτερεύσεις τους παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες.
Για το ίδιο διάστημα η ΤτΕ μέσω του ταξιδιωτικού ισοζυγίου εμφανίζει πιο θετική εικόνα, παραπέμποντας σε αύξηση κατά 20,9% των εισερχόμενων ταξιδιωτών και σε ακόμα μεγαλύτερη - 25,8% - άνοδο των ταξιδιωτικών εισπράξεων. Η διαφοροποίηση εξηγείται από τη διαφορετική μεθοδολογία των δύο πηγών. Η Τράπεζα της Ελλάδος περιλαμβάνει και τις οδικές αφίξεις, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 64,5%, καθώς και ταξιδιώτες που διαμένουν σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, σε ιδιωτικές κατοικίες ή σε συγγενείς και φίλους. Επιπλέον, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις της ΤτΕ αφορούν το σύνολο της τουριστικής δαπάνης — διαμονή, εστίαση, μεταφορές, αγορές και ψυχαγωγία — και όχι αποκλειστικά τα έσοδα των ξενοδοχείων.
Για την συνέχεια η ζήτηση φαίνεται να διατηρεί την δυναμική της, παρότι η χρονιά χαρακτηρίζεται από το σύνολο του ξενοδοχειακού κλάδου «last minute». H γεωπολιτική ένταση που έχει επιστρέψει στο προσκήνιο βέβαια γεννά δύο βασικούς κινδύνους, που σχετίζονται με τις επιπτώσεις των υψηλότερων ενεργειακών τιμών στις βασικές αγορές προέλευσης των τουριστών και με το κόστος των αεροπορικών μεταφορών.
Ο πρώτος αφορά τη γερμανική αγορά, τη μεγαλύτερη αγορά-τροφοδότη του ελληνικού τουρισμού. Σύμφωνα με τη Bundesbank, το ενεργειακό σοκ αναμένεται να περιορίσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και να επιβραδύνει την εύθραυστη ανάκαμψη της οικονομίας, εξέλιξη που θα μπορούσε να επηρεάσει και τη ζήτηση για ταξίδια προς την Ελλάδα. Ήδη, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι αφίξεις Γερμανών αυξήθηκαν το πρώτο πεντάμηνο του 2026, όμως οι ταξιδιωτικές εισπράξεις παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες, γεγονός που παραπέμπει σε χαμηλότερη κατά κεφαλήν δαπάνη
Ο δεύτερος αστερίσκος αφορά στο κόστος των καυσίμων, το οποίο μπορεί να μετακυλιστεί στα αεροπορικά εισιτήρια και να επηρεάσει τις αποφάσεις των αεροπορικών εταιρειών για τη χωρητικότητα των δρομολογίων τους. Μέχρι στιγμής οι αεροπορικές εταιρείες έχουν διατηρήσει την προσφερόμενη χωρητικότητα - η προγραμματισμένη διεθνής αεροπορική χωρητικότητα προς την Ελλάδα για το καλοκαίρι του 2026 είναι αυξημένη κατά 7,6% σε σχέση με το 2025 - καθώς προστατεύονται από συμβόλαια αντιστάθμισης κινδύνου στις τιμές των καυσίμων. Ωστόσο, εάν οι τιμές των καυσίμων παραμείνουν υψηλές, οι αεροπορικές εταιρείες ενδέχεται να αυξήσουν περαιτέρω τους ναύλους, να περιορίσουν τις λιγότερο κερδοφόρες γραμμές και να αναθεωρήσουν τα μελλοντικά τους δρομολόγια.
Όπως επισημαίνει και η GBR ο βασικός κίνδυνος για τα ελληνικά ξενοδοχεία δεν είναι μια απότομη πτώση της ζήτησης, αλλά ένας συνδυασμός μεγαλύτερης ευαισθησίας των πελατών στις τιμές, βραδύτερης αύξησης της αεροπορικής χωρητικότητας και πιέσεων στα λειτουργικά περιθώρια κέρδους.