Την ανάγκη να τεθούν όρια στην ολοένα και μεγαλύτερη διασύνδεση συσκευών και υποδομών με το διαδίκτυο, ανέδειξαν οι συμμετέχοντες σε συζήτηση, στο πλαίσιο του Cyber Security Forum 2026, τονίζοντας ότι η πρακτική αυτή δημιουργεί νέες ευπάθειες και αυξάνει την έκθεση σε κυβερνοεπιθέσεις. Παράλληλα έμφαση δόθηκε στις προκλήσεις της κυβερνοασφάλειας στο σύγχρονο γεωπολιτικό και τεχνολογικό περιβάλλον αλλά και στα μέτρα που λαμβάνουν η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Κυβερνοασφάλειας (ENISA).
Ο Μιχάλης Μπλέτσας, Διοικητής της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας, επισήμανε ότι πρέπει να επανεξεταστεί ο τρόπος σύνδεσης συσκευών και εγκαταστάσεων στο διαδίκτυο. Όπως ανέφερε, εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τον ψηφιακό και τον φυσικό χώρο ως δύο διαφορετικούς κόσμους, ακολουθώντας μια αντίληψη που διαμορφώθηκε στις αρχές της χιλιετίας. Σήμερα, όμως, τα ψηφιακά συστήματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας της οικονομίας και των υποδομών, με αποτέλεσμα οι ευπάθειές τους να μπορούν να έχουν άμεσες συνέπειες στο φυσικό κόσμο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι βασικές αρχές της ασφάλειας παραμένουν ίδιες. Σε αντίθεση, όμως, με τον φυσικό κόσμο, όπου πολλές αδυναμίες είναι εμφανείς, στον ψηφιακό χώρο τα κενά ασφαλείας συχνά δεν γίνονται αντιληπτά. «Δεν είναι πλέον καλό να συνδέουμε τα πάντα στο διαδίκτυο. Πρέπει να βάλουμε ένα φρένο», τόνισε.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, σύμφωνα με τον κ. Μπλέτσα, η πρόσφατη ανακοίνωση ολλανδικής αρχής, σε συνεργασία με συμβουλευτική εταιρεία, σύμφωνα με την οποία εντοπίστηκαν στην Ελλάδα περίπου 1.600 ελεγκτές ηλιακών πάρκων απευθείας συνδεδεμένοι στο διαδίκτυο.
Πρόκειται για συσκευές που συνήθως δεν αναβαθμίζονται συχνά, γεγονός που μπορεί να τις καθιστά ευάλωτες σε κυβερνοεπιθέσεις. Μάλιστα, ανέφερε, ότι η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης διευκολύνει ακόμη περισσότερο τον εντοπισμό και την εκμετάλλευση τέτοιων αδυναμιών. «Αν κάποιος αποκτήσει τον έλεγχο 1.600 ηλιακών πάρκων, έστω και μικρών στην Ελλάδα, μπορεί να δημιουργήσει πολύ μεγάλα προβλήματα», προειδοποίησε, προσθέτοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχουν απλές λύσεις προστασίας, οι οποίες όμως δεν εφαρμόζονται.
Σχολιάζοντας τις πρόσφατες κυβερνοεπιθέσεις σε ευρωπαϊκές αλυσίδες σούπερ μάρκετ, εκτίμησε ότι ενδέχεται να υπήρξε απώλεια ελέγχου της αυτοματοποίησης της επίθεσης, κάτι που θα μπορούσε να εξηγεί γιατί δεν έχει υπάρξει ανάληψη ευθύνης. Πρόκειται, πάντως, για εκτίμηση και όχι για επιβεβαιωμένο συμπέρασμα σχετικά με τους δράστες.
Αναφερόμενος στις τεχνολογικές εξαρτήσεις, σημείωσε ότι μεγάλο μέρος των σύγχρονων εφοδιαστικών αλυσίδων ξεκινά από την Κίνα, ενώ υποστήριξε ότι η Ευρώπη έχει μεταφέρει σημαντική τεχνογνωσία χωρίς να έχει εξασφαλίσει αντίστοιχα οφέλη.
Σχετικά με το ζήτημα του 5G, ο κ. Μπλέτσας επεσήμανε ότι η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει πολύ καλή διαχείριση κινδύνου, αποτελώντας, κατά την εκτίμησή του, παράδειγμα για άλλες χώρες. Τέλος, πρόσθεσε ότι η συζήτηση για τις τεχνολογικές εξαρτήσεις έχει πλέον μετατοπιστεί σε νέα πεδία, παραπέμποντας στις εξελίξεις στην Ουκρανία και στον ρόλο του Starlink.
Δέσποινα Σπανού: «Η μεγάλη παρέμβαση δεν θα γίνει με μία μεγάλη κυβερνοεπίθεση, αλλά με πολλές μικρές»
Προειδοποίηση για την αυξανόμενη ευαλωτότητα της Ευρώπης λόγω των τεχνολογικών της εξαρτήσεων απηύθυνε η Δέσποινα Σπανού, Αναπληρώτρια Γενική Διευθύντρια, DG CNECT, Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η κυρία Σπανού συμφώνησε με την ανάγκη να περιοριστεί η ανεξέλεγκτη διασύνδεση συσκευών και συστημάτων, υπογραμμίζοντας ότι κάθε νέα σύνδεση μπορεί να δημιουργεί πρόσθετες δυνατότητες πρόσβασης για κακόβουλους παράγοντες. «Δεν είναι καλό να συνδέουμε τα πάντα, γιατί αυτό μας εκθέτει. Γινόμαστε πιο ευάλωτοι», τόνισε, ενώ επισήμανε ότι η απειλή δεν προέρχεται απαραίτητα από μια ενιαία, μεγάλης κλίμακας επίθεση: «Η μεγάλη παρέμβαση δεν θα γίνει με μια μεγάλη κυβερνοεπίθεση. Θα γίνει με πολλές μικρές».
Σύμφωνα με την κυρία Σπανού, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ευρωπαϊκή κυβερνοασφάλεια βρίσκεται στο εσωτερικό των εφοδιαστικών αλυσίδων και ειδικότερα στις εξαρτήσεις από τεχνολογικούς προμηθευτές τρίτων χωρών. Όπως υποστήριξε, οι ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνιακές υποδομές εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από την κινεζική τεχνολογία, γεγονός που δημιουργεί στρατηγικούς κινδύνους. Οι εξαρτήσεις αυτές δεν μπορούν να εξαλειφθούν από τη μία μέρα στην άλλη, απαιτούν όμως συντονισμένη ευρωπαϊκή πολιτική και σταδιακή μείωσή τους.
Επιπλέον, τόνισε ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε περιορισμούς ή αποκλεισμούς συγκεκριμένων προμηθευτών από κρίσιμες υποδομές και δημόσιες προμήθειες, ωστόσο, η προσέγγιση δεν είναι ενιαία σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών-μελών. «Πάρα πολλές χώρες έχουν κάνει απεξάρτηση, πάρα πολλές χώρες έχουν είτε από κρίσιμες υποδομές είτε από άλλους χώρους που αφορούν τις δημόσιες προμήθειες αφαιρέσει τη δυνατότητα σε συγκεκριμένους παρόχους να συμμετέχουν», ανέφερε.
Η κυρία Σπανού υπογράμμισε ότι οι τηλεπικοινωνίες αποτελούν τη βάση για τη λειτουργία πολλών κρίσιμων συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων των αμυντικών τεχνολογιών και των μη επανδρωμένων συστημάτων. «Η άμυνα εξαρτάται από τις τηλεπικοινωνίες. Είναι δυνατόν να έχουμε τους λεγόμενους high-risk suppliers και να εξαρτώμαστε για όλα από αυτούς; Ένα κλικ είναι εκ μέρους τους», προειδοποίησε. Η ίδια χαρακτήρισε την αντιμετώπιση αυτών των εξαρτήσεων ως τη μεγαλύτερη πρόκληση για την ευρωπαϊκή κυβερνοασφάλεια, τονίζοντας ότι απαιτείται κοινή κατεύθυνση και αποτελεσματικότερη εφαρμογή των ευρωπαϊκών πολιτικών.
Η κυρία Σπανού αναφέρθηκε και εκείνη στις πρόσφατες κυβερνοεπιθέσεις που επηρέασαν μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, λέγοντας ότι παραμένουν αναπάντητα τα ερωτήματα σχετικά με την ταυτότητα των δραστών, αλλά και το κατά πόσο τα περιστατικά συνδέονται μεταξύ τους. Στο πλαίσιο αυτό στάθηκε στην ανάπτυξη του Hacking as a Service, δηλαδή της παροχής υπηρεσιών κυβερνοεπιθέσεων από τρίτους έναντι αμοιβής, η οποία διευκολύνει την πρόσβαση σε επιθετικές δυνατότητες ακόμη και χωρίς υψηλή τεχνική εξειδίκευση. Απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις, υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να δημιουργήσει ένα συνεκτικό πλαίσιο προστασίας των κρίσιμων υποδομών, μέσα από τη νομοθεσία και τη συνεργασία των αρμόδιων φορέων.
Ειδική μνεία έκανε στην οδηγία NIS2, η οποία ενισχύει τις απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας για επιχειρήσεις και οργανισμούς κρίσιμων τομέων, αλλά και στην ανάγκη να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη οι διοικήσεις των επιχειρήσεων.
Ανδρέας Μητράκας: Η Τεχνητή Νοημοσύνη και η ωριμότητα της ευρωπαϊκής κυβερνοάμυνας
Στις προκλήσεις που δημιουργεί η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ), αλλά και στη σημασία της συστηματικής προετοιμασίας των οργανισμών, αναφέρθηκε ο Ανδρέας Μητράκας, Επικεφαλής του Γραφείου του Εκτελεστικού Διευθυντή του ENISA, επισημαίνοντας ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις προσφέρουν πρόσβαση σε δυνατότητες που δεν υπήρχαν στο παρελθόν. Όπως τόνισε, η ΤΝ και ειδικότερα το Agentic AI, δηλαδή συστήματα που μπορούν να εκτελούν σύνθετες εργασίες με σημαντικό βαθμό αυτονομίας, δημιουργούν νέες προκλήσεις.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στο μέλλον, μεγάλες κυβερνοεπιθέσεις ενδέχεται να πραγματοποιούνται σε σημαντικό βαθμό από αυτοματοποιημένα συστήματα, ειδικά σχεδιασμένα ώστε να τις εκτελούν σε μεγάλη κλίμακα.
Ο κ. Μητράκας υπογράμμισε ότι οι κλάδοι που διαθέτουν μετρήσιμες διαδικασίες προετοιμασίας και συμμορφώνονται με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο παρουσιάζουν υψηλότερο επίπεδο κυβερνοανθεκτικότητας. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, ανέφερε τον τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό κλάδο, όπου, σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχει υψηλός βαθμός ωριμότητας στην αντιμετώπιση των κυβερνοκινδύνων. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι αρκετά περιστατικά αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά από τους ίδιους τους οργανισμούς, χωρίς να προκαλούν σοβαρή διατάραξη της λειτουργίας τους.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η άμυνα δεν περιορίζεται πλέον στην παραδοσιακή προστασία των συνόρων, αλλά αποτελεί ευθύνη πολλών διαφορετικών φορέων και οργανισμών. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κρίσιμη είναι η σύνδεση των πολιτικών και των μηχανισμών προστασίας, ώστε η κυβερνοάμυνα να μπορεί να προλαμβάνει τις εξελίξεις.
Ο κ. Μητράκας αναφέρθηκε επίσης στον ευρωπαϊκό Cyber Resilience Act, ο οποίος θεσπίζει απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας για προϊόντα με ψηφιακά στοιχεία, καθώς και στη νέα πλατφόρμα αναφοράς ευπαθειών και περιστατικών ασφάλειας που έχει θέσει σε λειτουργία ο ENISA. Μέσω της πλατφόρμας, κατασκευαστές και άλλοι υπόχρεοι οικονομικοί φορείς μπορούν να υποβάλλουν τις προβλεπόμενες αναφορές για ευπάθειες που έχουν αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης και σοβαρά περιστατικά ασφάλειας ψηφιακών προϊόντων, ενισχύοντας τη δυνατότητα έγκαιρης αντιμετώπισης των κινδύνων.