Μεγάλη αναταραχή έχει προκληθεί στις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας και χρηματοοικονομικών μετά την αιφνιδιαστική ανακοίνωση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την επιβολή τέλους ύψους 100.000 δολαρίων στις βίζες H-1B, σύμφωνα με το CNBC. Πρόκειται για τον τύπο βίζας που δίνει τη δυνατότητα σε εξειδικευμένους μηχανικούς και επιστήμονες πληροφορικής από τρίτες χώρες να εργαστούν στις ΗΠΑ, στηρίζοντας επί δεκαετίες το ανθρώπινο δυναμικό του κλάδου της τεχνολογίας.
Σύμφωνα με διευκρινίσεις αξιωματούχου του Λευκού Οίκου, το τέλος θα επιβάλλεται μόνο στις νέες αιτήσεις και όχι σε ανανεώσεις ή σε όσους ήδη διαθέτουν βίζα. Θα εφαρμοστεί από τον επόμενο κύκλο χορηγήσεων H-1B και δεν αφορά τους κατόχους που έχουν λάβει άδεια εντός του 2025. Ο ίδιος τόνισε επίσης ότι το ποσό των 100.000 δολαρίων δεν θα αποτελεί ετήσια χρέωση, όπως είχε αναφερθεί από αρκετά μέσα ενημέρωσης, αλλά θα καταβάλλεται εφάπαξ.
Η εξέλιξη προκάλεσε σοκ στις εταιρείες που βασίζονται σε εργαζόμενους υψηλής εξειδίκευσης, κυρίως από την Ινδία και την Κίνα. Η Amazon, που απασχολεί περισσότερους από 14.000 κατόχους βίζας H-1B, κάλεσε άμεσα τους 14.365 εργαζομένους της με βίζες H-1B και H-4 να παραμείνουν εντός των ΗΠΑ, ενώ όσους βρίσκονταν στο εξωτερικό να επιστρέψουν μέχρι τα μεσάνυχτα. Στην JPMorgan Chase, η δικηγορική ομάδα απέστειλε υπόμνημα στους 2.440 κατόχους H-1B, συστήνοντάς τους να αποφύγουν διεθνή ταξίδια μέχρι νεωτέρας. Η Goldman Sachs, ακολουθώντας οδηγίες της συμβουλευτικής Fragomen, προειδοποίησε τους εργαζομένους της να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί με τα ταξίδια στο εξωτερικό. Στο ίδιο πνεύμα, η Microsoft συνέστησε στους κατόχους H-1B να παραμείνουν στη χώρα, προειδοποιώντας ότι τα διεθνή ταξίδια ενέχουν κίνδυνο για το μεταναστευτικό καθεστώς τους.
Η επιβολή του τέλους θεωρείται η πιο επιθετική κίνηση της κυβέρνησης Τραμπ μέχρι στιγμής για τον περιορισμό της νόμιμης μετανάστευσης. Από την αρχή της θητείας του, ο Τραμπ έχει προωθήσει σκληρή πολιτική απέναντι τόσο στην παράνομη όσο και στη νόμιμη είσοδο ξένων εργαζομένων. Η ανακοίνωση της Παρασκευής όμως σηματοδοτεί κορύφωση της προσπάθειάς του να περιορίσει την παροχή εργασιακών βίζας. Εκτός από την Amazon, που έχει το μεγαλύτερο αριθμό κατόχων H-1B, και άλλες εταιρείες όπως Microsoft, Meta, Apple και Google απασχολούν καθεμία περισσότερους από 4.000 εργαζόμενους με αυτόν τον τύπο βίζας.
«Ο Πρόεδρος Τραμπ υποσχέθηκε να θέσει τους Αμερικανούς εργαζόμενους πάνω απ’ όλα και αυτή η πράξη κοινής λογικής ακριβώς αυτό κάνει», δήλωσε η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τέιλορ Ρότζερς στο CNBC, κατηγορώντας τις εταιρείες ότι εκμεταλλεύονταν «τρύπες του συστήματος» για να πιέζουν μισθούς.
Η αντίδραση όμως δεν περιορίστηκε στις ΗΠΑ. Το υπουργείο Εξωτερικών της Ινδίας ανακοίνωσε ότι μελετά τους νέους περιορισμούς και τις επιπτώσεις τους στις επιχειρήσεις και τις οικογένειες, κάνοντας λόγο για «ανθρωπιστικές συνέπειες» που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. «Η κυβέρνηση ελπίζει ότι αυτές οι αναταραχές θα αντιμετωπιστούν με τον ενδεδειγμένο τρόπο από τις αμερικανικές αρχές», σημειώνεται στην ανακοίνωση. Αντίστοιχα, το υπουργείο Εξωτερικών της Νότιας Κορέας δήλωσε ότι αξιολογεί τις επιπτώσεις για τις κορεατικές εταιρείες και τους εξειδικευμένους εργαζομένους τους.
Η απόφαση Τραμπ, που επιβάλλει εφάπαξ τέλος 100.000 δολαρίων στις νέες αιτήσεις βίζας H-1B, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην αμερικανική μεταναστευτική πολιτική, με συνέπειες που ήδη προκαλούν αλυσιδωτές αντιδράσεις σε εταιρείες, εργαζόμενους και κυβερνήσεις εντός και εκτός ΗΠΑ.