Ο γαλλικός κολοσσός πολυτελών ειδών LVMH συμφώνησε να πουλήσει τον οίκο μόδας Marc Jacobs σε κοινοπραξία που δημιουργούν η εταιρεία διαχείρισης brands WHP Global και η εταιρεία ένδυσης G-III Apparel Group, οι οποίες συγκεντρώνουν έως και 850 εκατ. δολάρια για τη χρηματοδότηση της εξαγοράς, όπως ανακοίνωσαν οι εταιρείες την Πέμπτη.
Η πώληση του Marc Jacobs κλείνει έναν κύκλο σχεδόν τριών δεκαετιών για τη LVMH και εντάσσεται στη γενικότερη στρατηγική του ομίλου να επικεντρωθεί περισσότερο στην κερδοφορία, σε μια περίοδο όπου η αγορά πολυτελείας αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, έγραψε το Reuters. Οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή συνεχίζουν να επηρεάζουν τα ταξίδια και τη καταναλωτική δαπάνη σε μία από τις πιο σημαντικές αγορές για τον κλάδο.
Η συμφωνία αντανακλά επίσης μια ευρύτερη μετατόπιση στον χώρο της πολυτελούς μόδας, με μεγάλους ομίλους όπως η LVMH να προχωρούν σε αναδιάρθρωση μη βασικών δραστηριοτήτων, ενώ εξειδικευμένοι διαχειριστές brands και εταιρείες παραγωγής αναδεικνύονται σε φυσικούς αγοραστές για ονόματα της «προσιτής πολυτέλειας» και αμερικανικά fashion labels.
Όπως σημείωσε ο σύμβουλος εφοδιαστικής αλυσίδας Brittain Ladd της Chang Robotics, η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο στον χώρο της μόδας: «Η νέα στρατηγική βασίζεται στην κατοχή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, στην επιθετική αξιοποίηση licensing και στη διατήρηση ευέλικτης λειτουργικής δομής».
Η LVMH είχε αναφέρει τον προηγούμενο μήνα ότι ο πόλεμος με το Ιράν επηρέασε αρνητικά τις πωλήσεις του ομίλου κατά τουλάχιστον 1% στο τελευταίο τρίμηνο, καθώς η χαμηλότερη καταναλωτική δαπάνη στις χώρες του Κόλπου και η μείωση του τουρισμού στην Ευρώπη επιβάρυναν την αγορά πολυτελείας.
Αντίστοιχες συμφωνίες έχουν πραγματοποιηθεί και στο παρελθόν, με γνωστά brands να περνούν από μεγάλους καταναλωτικούς ομίλους σε εξειδικευμένες εταιρείες διαχείρισης σημάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η πώληση της Reebok από την Adidas στην Authentic Brands Group το 2021, έναντι ποσού που έφτασε έως και τα 2,1 δισ. ευρώ.
Το Reuters είχε αποκαλύψει ήδη από πέρυσι ότι ο όμιλος του Bernard Arnault βρισκόταν σε συνομιλίες με πιθανούς αγοραστές, μεταξύ των οποίων η WHP Global και η Authentic Brands Group, για την πώληση του Marc Jacobs.
Δημιουργική συνέχεια για τον Marc Jacobs
Η WHP Global, με έδρα τη Νέα Υόρκη, ανακοίνωσε ότι ο Marc Jacobs θα αποτελέσει βασικό κομμάτι του premium fashion χαρτοφυλακίου της, το οποίο περιλαμβάνει ήδη brands όπως οι Vera Wang, rag & bone και G-STAR. Με τη νέα εξαγορά, οι παγκόσμιες λιανικές πωλήσεις του ομίλου αναμένεται να ξεπεράσουν τα 9,5 δισ. δολάρια.
Ο ιδρυτής του brand, Marc Jacobs, ο οποίος δημιούργησε τον οίκο το 1984, θα παραμείνει στη θέση του creative director και μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας, συνεχίζοντας να επιβλέπει τη δημιουργική κατεύθυνση και τις συλλογές πασαρέλας.
Η LVMH απέκτησε πλειοψηφικό ποσοστό στον οίκο το 1997, την ίδια χρονιά που ανέθεσε στον Jacobs τη θέση του πρώτου δημιουργικού διευθυντή της Louis Vuitton. Κατά τη θητεία του, ο σχεδιαστής εισήγαγε τις ready-to-wear συλλογές και εγκαινίασε εμβληματικές συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως ο Richard Prince και ο Takashi Murakami, συμβάλλοντας στη σύνδεση της μόδας με την τέχνη και την pop κουλτούρα.
«Θα είμαι για πάντα ευγνώμων στον Bernard Arnault για τη στήριξη, την πίστη και την εμπιστοσύνη που μου έδειξε τα τελευταία 30 χρόνια», ανέφερε ο Marc Jacobs σε ανάρτησή του στο Instagram.
Οι όροι της συμφωνίας
Σύμφωνα με τη συμφωνία, η WHP Global θα δημιουργήσει κοινοπραξία 50/50 με τη G-III Apparel Group για την απόκτηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας του Marc Jacobs.
Η ολοκλήρωση της συναλλαγής αναμένεται έως το τέλος του έτους, όπως ανέφεραν οι εταιρείες σε κοινή ανακοίνωση.
Η G-III θα αναλάβει τη διαχείριση και ανάπτυξη του brand σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ η WHP θα είναι υπεύθυνη για τις συμφωνίες licensing.
Οι οικονομικοί όροι της συναλλαγής δεν δημοσιοποιήθηκαν. Ωστόσο, σύμφωνα με κανονιστική κατάθεση, η G-III και η WHP θα συνεισφέρουν έως και 425 εκατ. δολάρια η καθεμία για τη χρηματοδότηση της εξαγοράς.
Η G-III, η οποία διαθέτει μεταξύ άλλων τα brands Karl Lagerfeld και DKNY, ανακοίνωσε ότι θα χρηματοδοτήσει την επένδυσή της μέσω διαθεσίμων και υφιστάμενης πιστωτικής γραμμής.