Ισχυρές αντοχές απέναντι στην πίεση που δέχεται το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών εμφανίζει η αγορά καφέ, η οποία όχι μόνο ξεπέρασε το φράγμα των 500 εκατ. ευρώ το 2025, αλλά συνεχίζει να κινείται ανοδικά και το 2026.
Τα στοιχεία της NielsenIQ που παρουσιάστηκαν χθες 1η Οκτωβρίου, Παγκόσμια Ημέρα Καφέ, στο Coffee Industry Forum αποτυπώνουν μια από τις σημαντικότερες κατηγορίες του ελληνικού FMCG, η οποία βρίσκεται σε διαδικασία μετασχηματισμού. Ο ελληνικός καφές παραμένει πρώτος σε όγκο, αλλά σταδιακά χάνει έδαφος, ενώ ενισχύονται ο espresso, οι κάψουλες και συνολικά οι λύσεις που επιτρέπουν στον καταναλωτή να μεταφέρει στο σπίτι μέρος της εμπειρίας που έχει συνηθίσει από την καφετέρια.
Η αλλαγή αυτή συντελείται σε μια περίοδο κατά την οποία σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες δηλώνει ότι η οικονομική του κατάσταση είναι χειρότερη από έναν χρόνο πριν και σχεδόν όλοι εφαρμόζουν τουλάχιστον μία στρατηγική περιορισμού των δαπανών τους.Ο καφές, ωστόσο, φαίνεται να διατηρεί μια ιδιαίτερη θέση στο καθημερινό καλάθι.
Πάνω από 500 εκατ. ευρώ η αγορά
Οι πωλήσεις καφέ στο οργανωμένο λιανεμπόριο και στα convenience stores διαμορφώθηκαν το 2025 στα 501,4 εκατ. ευρώ, από 441 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση 13,7%. Η ανοδική τάση συνεχίζεται και φέτος. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026, η αξία των πωλήσεων έφτασε τα 304,7 εκατ. ευρώ, έναντι 279,7 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025, σημειώνοντας άνοδο 8,9%. Σε βάθος χρόνου, η κατηγορία εμφανίζει μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 6,5% την περίοδο 2018-2025. Από τα 322,2 εκατ. ευρώ του 2018, η αγορά πέρασε στα 383,3 εκατ. ευρώ το 2022, στα 427,1 εκατ. ευρώ το 2023 και τελικά πάνω από τα 500 εκατ. ευρώ το 2025.
Η σύγκριση με την υπόλοιπη αγορά λιανεμπορίου είναι επίσης ενδεικτική. Στο οργανωμένο λιανεμπόριο ο καφές καταγράφει ανάπτυξη αξίας 10,1%, όταν το σύνολο των FMCGs που παρακολουθεί η NielsenIQ αναπτύσσεται κατά 5,5%.
Με βάση τον τζίρο, ο καφές είναι πλέον η τρίτη μεγαλύτερη κατηγορία FMCG, πίσω από το τυρί και το γάλα, ενώ δύο κωδικοί καφέ βρίσκονται στις δύο πρώτες θέσεις μεταξύ περίπου 100.000 κωδικών που διακινούνται στο οργανωμένο λιανεμπόριο.
Οι τιμές ανεβαίνουν, αλλά οι όγκοι αντέχουν
Το βασικό ερώτημα πίσω από την αύξηση του τζίρου είναι κατά πόσο αυτή οφείλεται στις ανατιμήσεις και κατά πόσο σε μεγαλύτερη πραγματική κατανάλωση. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η άνοδος των τιμών είχε καθοριστικό ρόλο, χωρίς όμως να οδηγήσει σε σημαντική υποχώρηση της ζήτησης. Το 2025 η μέση τιμή αυξήθηκε κατά 11,9%, ενώ οι όγκοι κινήθηκαν επίσης θετικά, κατά 1,8%. Έτσι προέκυψε η συνολική αύξηση αξίας κατά 13,7%. Στο επτάμηνο του 2026 η ανάπτυξη εμφανίζεται πιο ισορροπημένη. Η μέση τιμή αυξάνεται κατά 5,7%, ενώ οι όγκοι ενισχύονται κατά 3,2%.
Η εικόνα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή διαμορφώνεται σε ένα περιβάλλον αυξημένης οικονομικής πίεσης. Μόλις το 13% των Ελλήνων καταναλωτών δηλώνει ότι βρίσκεται σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από έναν χρόνο πριν, ενώ το 47% θεωρεί ότι βρίσκεται σε χειρότερη. Για το 81% όσων δηλώνουν οικονομικά χειρότερα, βασική αιτία είναι το αυξημένο κόστος ζωής. Παράλληλα, το 98% των καταναλωτών χρησιμοποιεί τουλάχιστον μία στρατηγική εξοικονόμησης στις αγορές FMCG και κατά μέσο όρο εφαρμόζει 4,4 διαφορετικές πρακτικές. Οι καταναλωτές στρέφονται περισσότερο σε discount καταστήματα, παρακολουθούν στενότερα το κόστος του καλαθιού, κυνηγούν προσφορές και περιορίζουν τις αγορές τους στα απαραίτητα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι επιλέγουν μηχανικά το φθηνότερο προϊόν. Σε πολλές περιπτώσεις προτιμούν τη χαμηλότερη τιμή ανάμεσα στις μάρκες και τα προϊόντα που ήδη εμπιστεύονται.
Ο ελληνικός καφές υποχωρεί, espresso και κάψουλες κερδίζουν
Η μεγαλύτερη αλλαγή στην αγορά εντοπίζεται στο μείγμα των διαφορετικών τύπων καφέ. Ο ελληνικός παραμένει με διαφορά η μεγαλύτερη κατηγορία στην κατανάλωση εντός σπιτιού, ωστόσο το μερίδιό του υποχωρεί σταθερά. Το 2019 αντιπροσώπευε περίπου το 51,3% του όγκου, το 2025 είχε υποχωρήσει στο 46%, ενώ στο επτάμηνο του 2026 βρίσκεται στο 44,4%. Αντίθετα, ο στιγμιαίος καφές ενισχύεται και φθάνει στο 27,1%, από 24,9% το 2019. Ο καφές φίλτρου, ο οποίος είχε ενισχυθεί κατά την περίοδο της πανδημίας, περιορίζεται πλέον περίπου στο 13,5%.
Η πιο σταθερή τάση, πάντως, είναι η ενίσχυση του espresso σε διαφορετικές μορφές. Οι κάψουλες espresso έχουν υπερδιπλασιάσει το μερίδιό τους μέσα σε λίγα χρόνια, από 3,6% το 2019 σε 7,6% στο επτάμηνο του 2026. Ο αλεσμένος espresso αντιπροσωπεύει πλέον περίπου 6,1% του όγκου, ενώ αυξάνεται και η συμμετοχή των κόκκων espresso.
Η μεταβολή αυτή καταγράφεται παρά το γεγονός ότι οι κάψουλες αποτελούν την ακριβότερη επιλογή με βάση την τιμή ανά κιλό. Η μέση τιμή τους κινείται πάνω από τα 60 ευρώ ανά κιλό, όταν ο ελληνικός καφές βρίσκεται κοντά στα 20 ευρώ. Η αυξημένη διείσδυσή τους δείχνει ότι ένα τμήμα των καταναλωτών είναι διατεθειμένο να πληρώσει περισσότερο για ευκολία, ταχύτητα και σταθερό αποτέλεσμα.
Μειώνονται οι έξοδοι, αλλά όχι η ανάγκη για καφέ
Η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα γίνεται περισσότερο εμφανής στην κατανάλωση εκτός σπιτιού. Μεταξύ όσων δηλώνουν ότι θα περιορίσουν τις δαπάνες τους για φαγητό και ποτό εκτός σπιτιού, το 66,5% σχεδιάζει να τρώει έξω λιγότερο συχνά. Για τις καφετέριες το ποσοστό είναι χαμηλότερο, αλλά παραμένει υψηλό: 45,7% δηλώνει ότι θα επισκέπτεται λιγότερο συχνά cafés και coffee shops.
Ο καφές, ωστόσο, εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ ψηλά στις επιλογές των καταναλωτών όταν βρίσκονται εκτός σπιτιού. Το 57,9% δηλώνει ότι καταναλώνει ζεστό ή κρύο καφέ στους χώρους εστίασης και φιλοξενίας, ποσοστό που πλησιάζει το 59,8% της μπύρας και ξεπερνά το 56% του κρασιού. Επιπλέον, περίπου το 43% δηλώνει ότι επισκέπτεται καφετέριες ή αλυσίδες καφέ τουλάχιστον μία έως δύο φορές την εβδομάδα.
Η καφετέρια παραμένει ο βασικός χώρος κατανάλωσης, με σχεδόν 90% όσων επισκέπτονται χώρους καφέ να την επιλέγουν, ενώ οι αλυσίδες και τα coffee-to-go σημεία συγκεντρώνουν ποσοστό 44,3%. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η οικονομική πίεση περιορίζει τη συχνότητα της εξόδου, χωρίς να καταργεί τη συνήθεια. Και μέρος αυτής της κατανάλωσης φαίνεται να μεταφέρεται στο σπίτι.
Η «καφετέρια στο σπίτι» και οι 403.000 μηχανές
Η αλλαγή των συνηθειών αποτυπώνεται με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια στην αγορά των μηχανών καφέ. Οι πωλήσεις μηχανών παρασκευής ζεστών ροφημάτων έφτασαν τις 403.000 μονάδες το 2025, αυξημένες κατά 17,5% σε σχέση με το 2023. Στο επτάμηνο του 2026 έχουν ήδη πωληθεί περίπου 227.000 συσκευές, έναντι 211.000 το αντίστοιχο διάστημα της προηγούμενης χρονιάς. Οι μηχανές κάψουλας αποτελούν το μεγαλύτερο επιμέρους segment και αντιπροσωπεύουν περίπου 43,2% των πωλούμενων τεμαχίων στο επτάμηνο του 2026, ενώ παράλληλα αυξάνεται το ενδιαφέρον για πλήρως αυτόματες μηχανές espresso και μηχανές για αλεσμένο espresso. Η μέση τιμή των μηχανών βρίσκεται στα 83 ευρώ, επιστρέφοντας στα επίπεδα του 2023 έπειτα από μικρή αποκλιμάκωση στο ενδιάμεσο.
Η εικόνα που προκύπτει από το σύνολο των στοιχείων είναι αυτή μιας αγοράς που δεν αναπτύσσεται απλώς εξαιτίας των αυξήσεων τιμών. Αλλάζει ταυτόχρονα και ο τρόπος με τον οποίο ο καταναλωτής αντιλαμβάνεται τον καφέ. Μπορεί να περιορίζει μία επίσκεψη στην καφετέρια, αλλά να επενδύει σε μηχανή espresso. Μπορεί να αναζητά προσφορά στο σούπερ μάρκετ, αλλά να παραμένει διατεθειμένος να πληρώσει premium για μια κάψουλα που του προσφέρει ευκολία και σταθερότητα.
Σε ένα περιβάλλον όπου σχεδόν οι μισοί καταναλωτές αισθάνονται οικονομικά πιεσμένοι, η αγορά καφέ εξακολουθεί να αυξάνει αξία και όγκο. Όπως όλα δείχνουν, λοιπόν,, παρά τις αλλαγές στις συνήθειες και στα κανάλια κατανάλωσης, ο καφές παραμένει μία από τις καθημερινές δαπάνες που οι Έλληνες δείχνουν λιγότερο πρόθυμοι να εγκαταλείψουν.