Πριν από την έναρξη της κορύφωσης της τουριστικής περιόδου, η ΛΑΜΨΑ εμφανίζεται αισιόδοξη για την πορεία των μεγεθών της, εκτιμώντας ότι το 2026 θα κλείσει με ελαφρώς καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον που συνεχίζει να επηρεάζει τον κλάδο της φιλοξενίας. Την ίδια ώρα, ο όμιλος επιταχύνει τις επενδύσεις του, αυξάνοντας σημαντικά τον προϋπολογισμό για το νέο πολυτελές ορεινό θέρετρο στον Παρνασσό, με στόχο να δημιουργήσει έναν προορισμό τεσσάρων εποχών.
Την εικόνα αυτή παρουσίασε η πρόεδρος της εταιρείας, Χλόη Λασκαρίδη, κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων, σημειώνοντας ότι, παρά τις κατά διαστήματα διακυμάνσεις στις κρατήσεις που προκαλούν οι γεωπολιτικές εξελίξεις, η συνολική εικόνα της αγοράς παραμένει θετική.
Επένδυση άνω των 35 εκατ. ευρώ για το νέο Elatos Resort
Στο επίκεντρο της αναπτυξιακής στρατηγικής της ΛΑΜΨΑ βρίσκεται το νέο Elatos Resort στην Αγόριανη Παρνασσού, ένα έργο που φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τον ορεινό πολυτελή τουρισμό στην Ελλάδα.
Το επενδυτικό σχέδιο εξελίσσεται σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, ωστόσο ο συνολικός προϋπολογισμός έχει αναθεωρηθεί σημαντικά προς τα πάνω. Από τα περίπου 25 εκατ. ευρώ που προέβλεπε ο αρχικός σχεδιασμός, η επένδυση πλέον υπερβαίνει τα 35 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω της αύξησης του κόστους κατασκευής και των οικοδομικών υλικών, αλλά και της επιλογής της εταιρείας να ενισχύσει περαιτέρω τις υποδομές του έργου.
Η ολοκλήρωση του συγκροτήματος τοποθετείται χρονικά από τα τέλη του 2027 και μετά.
Στόχος του ομίλου είναι η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου προορισμού ευεξίας που θα λειτουργεί σε δωδεκάμηνη βάση και θα μπορεί να ανταγωνιστεί αντίστοιχα ορεινά resorts της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται όχι μόνο στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, αλλά και στις εμπειρίες που θα προσφέρονται καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, αξιοποιώντας το φυσικό περιβάλλον της περιοχής.
Το νέο συγκρότημα θα αναπτυχθεί σε έκταση άνω των 100 στρεμμάτων, σε απόσταση περίπου δυόμισι ωρών από την Αθήνα και λίγα λεπτά από το Χιονοδρομικό Κέντρο Παρνασσού. Θα περιλαμβάνει 38 πολυτελή σαλέ δύο έως τεσσάρων δωματίων, καθώς και ακόμη 15 δωμάτια στο κεντρικό κτίριο.
Τη λειτουργία του resort θα αναλάβει ο γαλλικός ξενοδοχειακός όμιλος Accor, μέσω του brand Emblems Collection, επεκτείνοντας τη συνεργασία των δύο πλευρών, η οποία ήδη υφίσταται στο ξενοδοχείο Athens Capital MGallery στο κέντρο της Αθήνας.
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις προκαλούν νευρικότητα στις κρατήσεις
Η διοίκηση της ΛΑΜΨΑ αναγνώρισε ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις δημιουργούν κατά διαστήματα αβεβαιότητα στη ζήτηση, καθώς κάθε νέα κρίση επηρεάζει προσωρινά τον ρυθμό των κρατήσεων.
Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, μέχρι στιγμής δεν έχει καταγραφεί κάποια ουσιαστική μεταβολή στη συνολική πορεία της τουριστικής σεζόν, με τις αρχικές ανησυχίες να μην επιβεβαιώνονται.
Παράλληλα, διαπιστώνεται ότι συνεχίζεται μία τάση που έχει παγιωθεί τα τελευταία πέντε χρόνια: οι μήνες Ιούλιος και Αύγουστος εμφανίζουν χαμηλότερες πληρότητες σε σχέση με το παρελθόν, ενώ η ζήτηση κατανέμεται πλέον περισσότερο στους μήνες εκτός της κορύφωσης της τουριστικής περιόδου, επιμηκύνοντας ουσιαστικά τη σεζόν.
Το αυξημένο κόστος ταξιδιού παραμένει η βασική πρόκληση
Σύμφωνα με τη διοίκηση, μεγαλύτερη πρόκληση από τις γεωπολιτικές εντάσεις αποτελεί σήμερα το αυξημένο κόστος μετακίνησης.
Οι διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου επηρεάζουν άμεσα το κόστος των αεροπορικών μεταφορών και, κατ' επέκταση, τη συνολική δαπάνη των ταξιδιωτών. Παράλληλα, η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου εξακολουθεί να επηρεάζει την αγοραστική δύναμη επισκεπτών από ορισμένες αγορές.
Παρόλα αυτά, η αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο τροφοδότη πελατών για τα ξενοδοχεία του ομίλου στην Αθήνα –τη Μεγάλη Βρεταννία, το King George, το Athens Capital MGallery και το Athens Capital Suites.
Παρά τις ανησυχίες που είχαν εκφραστεί εξαιτίας των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, η διοίκηση ανέφερε ότι μέχρι στιγμής δεν έχει διαπιστωθεί ουσιαστική κάμψη της ζήτησης από τις ΗΠΑ. Αντίθετα, ο βασικός παράγοντας που επηρεάζει τα υπερατλαντικά ταξίδια παραμένει το αυξημένο κόστος των αεροπορικών εισιτηρίων στις πτήσεις μεγάλων αποστάσεων και όχι η διάθεση των Αμερικανών να ταξιδέψουν.