Τη σημαντική συμβολή του κλάδου της ζυθοποιίας στην οικονομική δραστηριότητα, την απασχόληση και τα δημόσια έσοδα αποτυπώνει η μελέτη «Ο κλάδος της Ζυθοποιίας στην Ελλάδα: Τάσεις, συμβολή στην οικονομία και προκλήσεις» του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Η μελέτη, η εκπόνηση της οποίας υποστηρίχθηκε από την Αθηναϊκή Ζυθοποιία, παρουσιάστηκε σήμερα Τρίτη 31 Μαρτίου 2026, στο πλαίσιο Συνέντευξης Τύπου.
Ο κύκλος εργασιών της Ζυθοποιίας σημείωσε ισχυρή άνοδο μετά την υγειονομική κρίση, εξαιτίας και των πληθωριστικών πιέσεων που έπληξαν την ίδια περίοδο την Ελληνική οικονομία. Το 2024 εκτιμάται ότι ανήλθε σε 626 εκατ. ευρώ.
Η παραγωγή μπίρας στην Ελλάδα, μετά από την υποχώρηση που σημειώθηκε τη δεκαετία του 2010, επανακάμπτει τα τελευταία χρόνια, ανερχόμενη στα 4.210 χιλ. 100 λίτρα το 2024. Εκτιμάται ότι στην Ελλάδα λειτουργούσαν 76 μονάδες παραγωγής μπίρας το 2024, με τον αριθμό τους να καταγράφει αυξητική τάση μετά το 2010, με την ίδρυση πολλών νέων μικρών ζυθοποιείων.
Η συνολική κατανάλωση μπίρας στην Ελλάδα ανήλθε σε 4.207 χιλ. 100λιτρα το 2024, προσεγγίζοντας επίπεδα της αγοράς που καταγράφονταν πριν από την οικονομική κρίση. Η τάση αυτή δεν συνεχίστηκε το 2025, καθώς εκτιμάται ότι η εγχώρια κατανάλωση μπίρας μειώθηκε κατά 5%.
Οι τάσεις στις επιμέρους αγορές μπίρας (αγορές λιανικής και επιτόπιας κατανάλωσης) διαφοροποιούνται, καθώς τα τελευταία χρόνια έχουν ενισχυθεί οι λιανικές πωλήσεις μπίρας και, παράλληλα, έχει σημειωθεί τάση μείωσης της κατανάλωσης μπίρας στην αγορά επιτόπιας κατανάλωσης, παρά την άνοδο των τουριστικών ροών.
Η κατά κεφαλήν κατανάλωση μπίρας στην Ελλάδα ανήλθε σε 41 λίτρα ανά κάτοικο το 2024, παραμένοντας από τις χαμηλότερες στην ΕΕ-27.
Η κατανάλωση μπίρας επηρεάζεται από ένα σύνολο οικονομικών, δημογραφικών, ρυθμιστικών και άλλων παραγόντων (π.χ. καταναλωτικές συνήθειες, τουρισμός, διαφήμιση, υποκατάστατα ποτά), οι οποίοι διαμορφώνουν τόσο τον συνολικό όγκο πωλήσεων όσο και τη σύνθεση της αγοράς (π.χ. οικιακή και επιτόπια κατανάλωση, προτίμηση premium ή οικονομικών μαρκών, κ.ά.).
Οι εξαγωγές μπίρας διαμορφώθηκαν σε 35 εκατ. ευρώ το 2024, αντιπροσωπεύοντας το 10,6% του συνολικού όγκου παραγωγής μπίρας. Οι εξαγωγές έχουν διπλασιαστεί σε σύγκριση με την περίοδο πριν το 2010, υποδηλώνοντας μια τάση ενίσχυσης της διεθνούς θέσης του κλάδου. Η αξία εισαγωγών ανήλθε σε 39 εκατ. ευρώ το 2024, συνεχίζοντας μια πορεία ανόδου που υποδηλώνει την ενίσχυση του ενδιαφέροντος των καταναλωτών για εισαγόμενα σήματα.
Συνολική συνεισφορά στην οικονομία
Η προστιθέμενη αξία που δημιουργήθηκε άμεσα και έμμεσα από τη Ζυθοποιία στην ελληνική οικονομία το 2024 ανέρχεται σε 576 εκατ. ευρώ.
Η συνολική προστιθέμενη αξία της ευρύτερης εφοδιαστικής αλυσίδας της Ζυθοποιίας (περιλαμβάνεται το λιανικό εμπόριο και η HORECA) για το 2024 ανέρχεται σε 2,041 δισ. ευρώ, που ισοδυναμούν με το 0,86% του ΑΕΠ της Ελλάδας το ίδιο έτος. Προκύπτει, επομένως, ότι για κάθε 1 ευρώ άμεσης προστιθέμενης αξίας της Ζυθοποιίας, δημιουργούνται επιπλέον 9,3 ευρώ προστιθέμενης αξίας στην ελληνική οικονομία.
Τα φορολογικά έσοδα που δημιουργήθηκαν άμεσα και έμμεσα από τη Ζυθοποιία στην ελληνική οικονομία το 2024 ανέρχονται σε 427 εκατ. ευρώ. Τα συνολικά φορολογικά έσοδα της ευρύτερης εφοδιαστικής αλυσίδας της Ζυθοποιίας, περιλαμβανομένων των εσόδων ΦΠΑ από τις πωλήσεις προς τους τελικούς καταναλωτές, ανέρχονται σε 1,53 δισ. ευρώ.
Οι θέσεις εργασίας που υποστηρίζει συνολικά η εφοδιαστική αλυσίδα της Ζυθοποιίας για το 2024 εκτιμώνται σε σχεδόν 73.000, που ισοδυναμούν με το 1,5% της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα το ίδιο έτος. Περισσότερα από τα 3/4 αυτής της επίδρασης προέρχονται από τη HORECA, το 17% από τη Ζυθοποιία και το υπόλοιπο 6% από το Λιανικό Εμπόριο. Προκύπτει, επομένως, ότι για κάθε άμεση θέση εργασίας στη Ζυθοποιία, υποστηρίζονται επιπλέον 39 θέσεις εργασίας στην Ελλάδα.