Με σαφή διάθεση να χαράξει διαχωριστική γραμμή απέναντι στον εντεινόμενο ανταγωνισμό, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΤΕ, Κώστας Νεμπής, έστειλε το μήνυμα ότι ο όμιλος παραμένει ισχυρά θωρακισμένος και αποφασισμένος να υπερασπιστεί την ηγετική του θέση.
Στην τηλεδιάσκεψη με τους αναλυτές για τα ετήσια αποτελέσματα, το βάρος έπεσε στις επενδύσεις σε δίκτυα νέας γενιάς, στη δυναμική του Fixed Wireless Access, στην είσοδο της Starlink στην ελληνική αγορά, αλλά και στη μερισματική πολιτική της επόμενης χρονιάς.
Ο επικεφαλής του ομίλου ανέλυσε τη στρατηγική διατήρησης και ενίσχυσης των μεριδίων αγοράς, επισημαίνοντας ότι το βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του ΟΤΕ είναι το εύρος και η καθετοποίηση του χαρτοφυλακίου του. Από σταθερή και κινητή τηλεφωνία μέχρι τηλεόραση και ολοκληρωμένες ICT λύσεις, ο Οργανισμός – όπως τόνισε – διαθέτει το πιο ολοκληρωμένο portfolio στην αγορά. Αναφερόμενος στη δραστηριοποίηση της ΔΕΗ στις τηλεπικοινωνίες, σημείωσε ότι το αποτύπωμά της παραμένει σαφώς μικρότερο και επικεντρωμένο κυρίως στις υποδομές οπτικών ινών, σε αντίθεση με το πολυσχιδές μοντέλο του ΟΤΕ.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο Fixed Wireless Access (FWA), με τη διοίκηση να υπογραμμίζει ότι το FWA της Cosmote καταγράφει ισχυρή ανάπτυξη, ιδίως σε περιοχές όπου δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί δίκτυο οπτικών ινών. Η αυξημένη υιοθέτηση της τεχνολογίας αυτής συνέβαλε καθοριστικά στη διεύρυνση της συνολικής ευρυζωνικής βάσης του ΟΤΕ, η οποία ανέρχεται πλέον σε 2,4 εκατ. συνδρομητές. Παράλληλα, προσφέρονται ανταγωνιστικά προϊόντα που καλύπτουν ανάγκες καταναλωτών σε αγροτικές και ημιαστικές περιοχές, ενισχύοντας τη γεωγραφική διείσδυση.
Στρατηγικός πυλώνας παραμένει η επιτάχυνση της ανάπτυξης FTTH. Ο ΟΤΕ στοχεύει να επεκτείνει το δίκτυο οπτικών ινών μέχρι το σπίτι σε περίπου 2,4 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις έως το τέλος του 2026 και σε 3,5 εκατ. έως το 2030, καλύπτοντας πάνω από το 70% των γραμμών της χώρας. Ο κ. Νεμπής στάθηκε ιδιαίτερα στο ρεκόρ νέων συνδρομητών FTTH, επισημαίνοντας ότι η αγορά στρέφεται με ταχείς ρυθμούς σε συνδέσεις υψηλών ταχυτήτων. Οι συνδρομητές FTTH ανέρχονται σε 567.000 και αντιστοιχούν στο 24% των συνολικών ευρυζωνικών συνδέσεων, έναντι 17% ένα χρόνο πριν, ενώ η διείσδυση στους πελάτες που έχουν πρόσβαση στην υποδομή φτάνει ήδη το 49%.
Στο μέτωπο της κινητής, η πληθυσμιακή κάλυψη του δικτύου 5G ξεπερνά το 99%, ενώ του 5G Stand-Alone αγγίζει το 78%, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική προτεραιότητα στις υποδομές νέας γενιάς. Στη συνδρομητική τηλεόραση, ο ΟΤΕ κατέγραψε 777.000 συνδρομητές στο τέλος Δεκεμβρίου 2025, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 7,1%, εξέλιξη που η διοίκηση χαρακτήρισε ιδιαίτερα ικανοποιητική.
Ισχυρή δυναμική εμφάνισε και ο τομέας ICT, ο οποίος το 2025 αναπτύχθηκε με διψήφιο ρυθμό, διευρύνοντας παράλληλα τη διεθνή του παρουσία μέσω νέων έργων και συνεργασιών. Η θετική πορεία εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και το 2026, με την ανάπτυξη να τοποθετείται μεταξύ 10% και 20%. Κεντρικός μοχλός είναι ο κλάδος των System Solutions, όπου η αυξημένη ζήτηση για έργα ψηφιακού μετασχηματισμού ενισχύει τα έσοδα. Ωστόσο, η διοίκηση προειδοποίησε ότι σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα τα έργα που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να αποκλιμακωθούν, καθώς ολοκληρώνεται ο κύκλος συγκεκριμένων προγραμμάτων.
Σε ό,τι αφορά το επενδυτικό πλάνο, το capex για το 2026 εκτιμάται στα 600 εκατ. ευρώ, με τη μερίδα του λέοντος να κατευθύνεται σε υποδομές νέας γενιάς. Παράλληλα, ο ΟΤΕ διατηρεί ισχυρή δέσμευση για την ανταμοιβή των μετόχων. Για το 2026 προτείνεται συνολική αμοιβή 532 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 355 εκατ. ευρώ σε μέρισμα και περίπου 177 εκατ. ευρώ μέσω προγράμματος απόκτησης ιδίων μετοχών, ποσό που αντιστοιχεί στο 100% των ελεύθερων ταμειακών ροών του 2025.
Η εταιρεία επανέλαβε ότι, εφόσον το εξωτερικό περιβάλλον παραμείνει σταθερό, σκοπεύει να διανέμει το 70% έως 100% των ελεύθερων ταμειακών ροών του προηγούμενου έτους, μέσω συνδυασμού μερισμάτων και επαναγοράς ιδίων μετοχών με στόχο την ακύρωσή τους. Από το συνολικό ποσό, τουλάχιστον το 50% θα κατευθύνεται σε μέρισμα, με το υπόλοιπο να αξιοποιείται για buyback, επιβεβαιώνοντας ότι η στρατηγική ανάπτυξης συμβαδίζει με γενναιόδωρη πολιτική επιστροφής αξίας στους μετόχους.