Η Carrefour σκοπεύει να επικεντρωθεί στις τρεις βασικές αγορές της — Γαλλία, Βραζιλία και Ισπανία — έως το 2030. Στην περίπτωση της Ισπανίας, αυτό θα μεταφραστεί σε αύξηση του δικτύου της κατά 750 νέα καταστήματα, με στόχο την ενίσχυση της θέσης της ως «νούμερο δύο» στην εν λόγω αγορά.
Κατά την παρουσίαση του στρατηγικού της σχεδίου για το 2030 την Τετάρτη, ο γαλλικός όμιλος λιανεμπορίου υπογράμμισε ότι οι προτεραιότητές του είναι «να κερδίσει τη μάχη του πελάτη και της προσφοράς» μέσω των τιμών, της πιστότητας των πελατών και των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, να εδραιώσει την αύξηση των καταστημάτων και να επιταχύνει τα αποτελέσματα σε επίπεδο αποδοτικότητας.
Όσον αφορά το δίκτυο καταστημάτων, η εταιρεία σκοπεύει να αποσαφηνίσει την επιχειρηματική της περίμετρο, εστιάζοντας στις τρεις βασικές της χώρες, όπου επιδιώκει να αυξήσει το μερίδιο αγοράς της. Στόχος της είναι έως το 2030 να φτάσει το 25% στη Γαλλία, το 20% στη Βραζιλία και να «ενισχύσει τη θέση του νούμερο δύο» στην ισπανική αγορά.
Στόχος για άνοιγμα νέων καταστημάτων
Για τον σκοπό αυτό, θέτει ως στόχο την προσθήκη 1.000 νέων καταστημάτων στη Γαλλία και 750 στην Ισπανία, ώστε να φτάσει συνολικά τα 7.500 καταστήματα στις δύο αυτές χώρες. Η επέκταση θα πραγματοποιηθεί κυρίως αξιοποιώντας «ευκαιρίες» σε εμπορικούς χώρους σιδηροδρομικών σταθμών και αεροδρομίων.
Παράλληλα, στο πλαίσιο του στρατηγικού της σχεδίου, η Carrefour ανακοίνωσε συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας με τον όμιλο VusionGroup για την ψηφιοποίηση των υπεραγορών και σούπερ μάρκετ της έως το 2030, κάτι που θα συνεπάγεται επενδύσεις άνω των 150 εκατομμυρίων ευρώ.
Η εταιρεία αναμένει να εξοικονομήσει 1 δισεκατομμύριο ευρώ μέσω βελτιώσεων στις αγορές προμηθειών, απλοποίησης των κεντρικών της δομών και αύξησης της παραγωγικότητας, την οποία προσδοκά να ενισχύσει με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης.
Το περασμένο έτος, τα καθαρά κέρδη της Carrefour μειώθηκαν κατά 6,6%, στα 1,09 δισεκατομμύρια ευρώ, κάτι που ο γαλλικός όμιλος απέδωσε στο γεγονός ότι οι συνθήκες ήταν «πιο σύνθετες» στη Βραζιλία, τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά του, λόγω «δυσμενούς μακροοικονομικού περιβάλλοντος».
Οι πωλήσεις, από την άλλη πλευρά, αυξήθηκαν κατά 2,8%, φτάνοντας τα 91,484 δισεκατομμύρια ευρώ, χάρη στην άνοδο στη Γαλλία (0,4% στα 46,301 δισεκατομμύρια) και στην Ισπανία (1,2% στα 21,889 δισεκατομμύρια ευρώ).