Τεράστια έκτακτα κέρδη καταγράφουν οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές και ενεργειακές εταιρείες παγκοσμίως, στον απόηχο της εκτίναξης των τιμών του πετρελαίου που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν. Σύμφωνα με ανάλυση που δημοσίευσε η βρετανική εφημερίδα Guardian, οι 100 μεγαλύτερες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου εμφάνισαν κέρδη που ξεπερνούν τα 30 εκατομμύρια δολάρια ανά ώρα μόνο κατά τον πρώτο μήνα της σύγκρουσης.
Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου, που κινήθηκε κατά μέσο όρο κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι τον Μάρτιο, πυροδότησε ένα νέο κύμα υπερκερδών για τον κλάδο. Συνολικά, οι εταιρείες εκτιμάται ότι αποκόμισαν περίπου 23 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε έναν μήνα, ενώ εφόσον οι τιμές διατηρηθούν στα ίδια επίπεδα, τα επιπλέον κέρδη θα μπορούσαν να εκτοξευθούν στα 234 δισεκατομμύρια δολάρια έως το τέλος του έτους. Τα στοιχεία βασίζονται σε δεδομένα της Rystad Energy, τα οποία επεξεργάστηκε η περιβαλλοντική οργάνωση Global Witness.
Οι μεγάλοι ωφελημένοι της κρίσης
Μεγάλος κερδισμένος της νέας ενεργειακής αναταραχής αναδεικνύεται η Saudi Aramco, η κρατικά ελεγχόμενη πετρελαϊκή εταιρεία της Σαουδικής Αραβίας. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για επιπλέον κέρδη της τάξης των 25,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, λόγω της ανόδου των τιμών που συνδέεται με τη σύγκρουση. Ήδη πρόκειται για μία από τις πιο κερδοφόρες εταιρείες παγκοσμίως, με μέσο όρο κερδών περίπου 250 εκατομμύρια δολάρια ημερησίως την περίοδο 2016–2023.
Σημαντικά οφέλη αναμένεται να αποκομίσουν και μεγάλες ρωσικές εταιρείες ενέργειας, όπως η Gazprom, η Rosneft και η Lukoil, οι οποίες εκτιμάται ότι θα συγκεντρώσουν συνολικά περίπου 23,9 δισεκατομμύρια δολάρια έως το τέλος του έτους.
Η ενεργειακή κρίση ενισχύει παράλληλα και τα έσοδα της Ρωσίας από τις εξαγωγές πετρελαίου. Σύμφωνα με το Centre for Research on Energy and Clean Air, τα ημερήσια έσοδα έφτασαν τον Μάρτιο τα 840 εκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας αύξηση περίπου 50% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενεργειακοί κολοσσοί καταγράφουν επίσης ισχυρές επιδόσεις. Η ExxonMobil αναμένεται να προσθέσει περίπου 11 δισεκατομμύρια δολάρια στα κέρδη της, εφόσον οι τιμές παραμείνουν υψηλές, ενώ η Shell εκτιμάται ότι θα ενισχυθεί κατά περίπου 6,8 δισεκατομμύρια. Σημαντικά κέρδη, της τάξης των 9,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, προβλέπονται και για την Chevron.
Ενδεικτική της δυναμικής του κλάδου είναι και η πορεία των μετοχών: μέσα στον μήνα που ακολούθησε την έναρξη της σύγκρουσης, η χρηματιστηριακή αξία της ExxonMobil αυξήθηκε κατά περίπου 118 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ της Shell κατά 34 δισεκατομμύρια. Την ίδια στιγμή, ο διευθύνων σύμβουλος της Chevron, Mike Wirth, προχώρησε σε πώληση μετοχών αξίας 104 εκατομμυρίων δολαρίων τους πρώτους μήνες του έτους.
Το κόστος μετακυλίεται σε πολίτες και οικονομίες
Ενώ οι ενεργειακοί όμιλοι ενισχύουν τα κέρδη τους, το βάρος της κρίσης μεταφέρεται σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Οι καταναλωτές έρχονται αντιμέτωποι με αυξημένο κόστος καυσίμων για μετακινήσεις και θέρμανση, ενώ οι επιχειρήσεις βλέπουν τους λογαριασμούς ενέργειας να διογκώνονται.
Σε μια προσπάθεια περιορισμού των επιπτώσεων, αρκετές κυβερνήσεις έχουν προχωρήσει σε μειώσεις φόρων στα καύσιμα. Ωστόσο, η επιλογή αυτή περιορίζει τα δημόσια έσοδα και κατ’ επέκταση τη δυνατότητα χρηματοδότησης βασικών υπηρεσιών. Μεταξύ των χωρών που έχουν ήδη λάβει τέτοια μέτρα συγκαταλέγονται η Αυστραλία, η Νότια Αφρική, η Ιταλία, η Βραζιλία και η Ζάμπια.
Εντείνονται οι πιέσεις για φορολόγηση των υπερκερδών
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ενισχύεται η συζήτηση για την επιβολή έκτακτης φορολόγησης στα υπερκέρδη του ενεργειακού κλάδου. Πέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης – η Γερμανία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Αυστρία – έχουν ήδη ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει σχετικές παρεμβάσεις.
Σε κοινή επιστολή τους, οι υπουργοί Οικονομικών υπογραμμίζουν ότι όσοι επωφελούνται από τις συνέπειες ενός πολέμου οφείλουν να συμβάλουν στην ανακούφιση της κοινωνίας. Μια τέτοια φορολόγηση, εκτιμούν, θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει προσωρινά μέτρα στήριξης και να συμβάλει στον περιορισμό του πληθωρισμού χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Ήδη, από την έναρξη της σύγκρουσης στο Ιράν, το κόστος για την Ευρώπη από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων έχει αυξηθεί κατά περίπου 22 δισεκατομμύρια ευρώ, αναδεικνύοντας την ευαλωτότητα της ηπείρου στις διεθνείς ενεργειακές διακυμάνσεις.
Διαχρονικά υπερκέρδη και η πρόκληση της μετάβασης
Η σημερινή εικόνα δεν αποτελεί εξαίρεση για τον κλάδο. Η βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου συγκαταλέγεται διαχρονικά στις πιο κερδοφόρες της παγκόσμιας οικονομίας, με μέσο ετήσιο καθαρό κέρδος που προσεγγίζει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια τα τελευταία 50 χρόνια. Σε περιόδους κρίσεων, όπως το 2022 μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, τα κέρδη αυτά αυξάνονται ακόμη περισσότερο.
Ταυτόχρονα, ο τομέας επωφελείται και από σημαντικές κρατικές επιδοτήσεις. Σύμφωνα με το International Monetary Fund, οι επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα ανήλθαν σε περίπου 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2022.
Η νέα κρίση επαναφέρει με ένταση τη συζήτηση για την ενεργειακή εξάρτηση. Ο επικεφαλής του ΔΟΕ Φατιχ Μπιρόλ, χαρακτήρισε τις εξελίξεις ως τη μεγαλύτερη διαταραχή που έχει δεχθεί ποτέ η παγκόσμια αγορά ενέργειας. Από την πλευρά του ΟΗΕ, ο επικεφαλής για το κλίμα Simon Stiell προειδοποίησε ότι η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα υπονομεύει την ενεργειακή ασφάλεια των κρατών.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές και περιβαλλοντικές οργανώσεις, η ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των τεχνολογιών μηδενικών εκπομπών αποτελεί πλέον όχι μόνο περιβαλλοντική ανάγκη, αλλά και κρίσιμο παράγοντα οικονομικής και γεωπολιτικής σταθερότητας, καθώς περιορίζει την έκθεση των οικονομιών σε κρίσεις όπως η σημερινή.