Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου εισέρχεται σε φάση αυξανόμενης πίεσης, καθώς τα αποθέματα που βρίσκονται σε πλωτές αποθήκες μειώνονται με ταχύ ρυθμό, υπό το βάρος των διαταραχών στη Μέση Ανατολή. Όπως μεταδίδει το Bloomberg, η προσφορά μέσω των Στενά του Ορμούζ — ενός από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους παγκοσμίως — έχει περιοριστεί δραστικά λόγω της κλιμάκωσης του πολέμου.
Το πετρέλαιο που αποθηκεύεται σε δεξαμενόπλοια και κινείται δια θαλάσσης μειώνεται κατά περίπου 1,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως από την έναρξη της σύγκρουσης, με τα συνολικά επίπεδα να υποχωρούν στα 78 εκατ. βαρέλια — σχεδόν στο μισό σε σχέση με το υψηλό των 140 εκατ. βαρελιών που είχε καταγραφεί τον Νοέμβριο.
Η εικόνα ενδέχεται να επιδεινωθεί περαιτέρω, εάν οι ΗΠΑ προχωρήσουν στην άρση των κυρώσεων για ιρανικά φορτία πετρελαίου που βρίσκονται ήδη σε πλωτές αποθήκες, ανοίγοντας τον δρόμο για ταχύτερη εκφόρτωση και κατανάλωση των διαθέσιμων αποθεμάτων.
Σενάρια «εκτόξευσης» τιμών
Η συρρίκνωση της προσφοράς ενισχύει τους φόβους για νέα άνοδο των τιμών, οι οποίες έχουν ήδη ξεπεράσει τα 100 δολάρια ανά βαρέλι. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αξιωματούχων της Saudi Aramco που επικαλείται η Wall Street Journal, το βασικό σενάριο προβλέπει ότι το πετρέλαιο θα μπορούσε να εκτιναχθεί ακόμη και στα 180 δολάρια έως τα τέλη Απριλίου, εάν οι διαταραχές συνεχιστούν.
Παρά το γεγονός ότι υψηλότερες τιμές ενισχύουν τα έσοδα των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, η προοπτική αυτή προκαλεί έντονη ανησυχία στο Ριάντ. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, ακραία επίπεδα τιμών ενδέχεται να οδηγήσουν σε «καταστροφή ζήτησης», είτε μέσω περιορισμού της κατανάλωσης είτε μέσω επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας.
«Η Σαουδική Αραβία δεν επιθυμεί απότομες αυξήσεις στις τιμές, καθώς αυτές δημιουργούν μακροπρόθεσμη αστάθεια», σημειώνει ο Ουμέρ Καρίμ, υπογραμμίζοντας ότι το ζητούμενο είναι μια πιο ισορροπημένη άνοδος που διατηρεί το μερίδιο αγοράς.
Κλιμάκωση και πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές
Την ίδια ώρα, η ένταση στο πεδίο εντείνεται. Μετά από ισραηλινό πλήγμα στο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars, το Ιράν απάντησε με επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στο Κατάρ και σε υποδομές στον Περσικό Κόλπο, περιλαμβανομένων εγκαταστάσεων στη Σαουδική Αραβία.
Παράλληλα, συνεχίζονται οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια, γεγονός που έχει ουσιαστικά παραλύσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ — από όπου διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων ροών πετρελαίου.
Η ένταση αυτή ώθησε τα συμβόλαια Brent έως τα 119 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ πιο «ευαίσθητοι» δείκτες όπως το αργό Ομάν ξεπέρασαν ακόμη και τα 166 δολάρια, αντανακλώντας τις άμεσες πιέσεις στην περιοχή.
Οι αγορές προεξοφλούν νέα άνοδο
Οι αγορές πετρελαίου δείχνουν πλέον να προεξοφλούν ένα παρατεταμένο σοκ προσφοράς. Traders τοποθετούνται για επίπεδα 130–150 δολαρίων, ενώ δεν αποκλείονται ακόμη υψηλότερα επίπεδα τους επόμενους μήνες.
«Η αγορά δεν συμπεριφέρεται πλέον σαν να πρόκειται για μια βραχυπρόθεσμη κρίση», σημειώνει η Rebecca Babin, εκτιμώντας ότι τα 150 δολάρια είναι εφικτά μέσα σε έναν μήνα, με τα 180 δολάρια να αποτελούν πιθανό σενάριο για το καλοκαίρι.
Αναλυτές της Wood Mackenzie δεν αποκλείουν ακόμη και επίπεδα 200 δολαρίων το 2026, εφόσον η κρίση παραταθεί.
Το όριο της ζήτησης
Ωστόσο, το μεγάλο ερώτημα παραμένει: σε ποιο σημείο οι υψηλές τιμές θα αρχίσουν να «σπάνε» τη ζήτηση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, τα 150 δολάρια ανά βαρέλι αποτελούν κρίσιμο όριο, πέρα από το οποίο καταναλωτές και επιχειρήσεις περιορίζουν δραστικά την κατανάλωση.
Ήδη, στις ΗΠΑ, η τιμή της βενζίνης έχει φτάσει τα 3,88 δολάρια ανά γαλόνι, ενώ το ντίζελ ξεπερνά τα 5 δολάρια, επιβαρύνοντας σημαντικά τα κόστη μεταφορών και παραγωγής.
«Οι υψηλές τιμές καυσίμων λειτουργούν σαν ένας πρόσθετος φόρος για την οικονομία», επισημαίνει ο Philip Blancato, συνοψίζοντας την πίεση που δέχονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις.