Εγκληματική οργάνωση που εξαπατούσε πολίτες με επενδυτικές απάτες σε κρυπτονομίσματα εξαρθρώθηκε από το Τμήμα Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης, σύμφωνα με ανακοίνωση της ΕΛΑΣ. Τα μέλη της δρούσαν συστηματικά από το 2019, αποσπώντας ποσά εκατομμυρίων ευρώ με το πρόσχημα επενδύσεων σε ψηφιακά νομίσματα.
Η οργάνωση λειτουργούσε μέσω νομιμοφανών εταιρειών και διαδικτυακών πλατφορμών, παραπλανώντας πολίτες με ψευδείς διαβεβαιώσεις περί ασφαλών και υψηλών αποδόσεων. Η δράση της εκτεινόταν και εκτός συνόρων, με διασυνδέσεις και χρηματοοικονομικές ροές σε χώρες του εξωτερικού.
Για τον τερματισμό της δράσης, πραγματοποιήθηκε στις 5 Μαρτίου 2026 συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση σε Κρήτη, Αττική και Ηγουμενίτσα. Συνελήφθησαν 12 άτομα, μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη 6 άτομα, εκ των οποίων τα δύο είναι μέλη της οργάνωσης.
Σε βάρος των εμπλεκομένων σχηματίστηκε δικογραφία για εγκληματική οργάνωση, διακεκριμένη απάτη, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, παροχή υπηρεσιών σε κρυπτοστοιχεία χωρίς πιστοποίηση, παρασιώπηση περιουσιακών στοιχείων με σκοπό την πτώχευση και παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων.
Η διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε μετά από αξιοποίηση πληροφοριών και συγκέντρωση στοιχείων, τα οποία διαβιβάστηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή και διατάχθηκε προκαταρκτική εξέταση.
Η αστυνομική έρευνα αποκάλυψε ότι η οργάνωση είχε αναπτύξει πυραμιδικό σύστημα λειτουργίας (σχήμα Ponzi), όπου τα χρήματα των νέων «επενδυτών» χρησιμοποιούνταν για την καταβολή εικονικών αποδόσεων στους παλαιότερους, δημιουργώντας ψευδαίσθηση βιωσιμότητας και κερδοφορίας.
Τα μέλη της οργάνωσης εκμεταλλεύονταν την ελλιπή γνώση των θυμάτων γύρω από τα κρυπτονομίσματα, παρουσιάζοντας tokens χωρίς πραγματική αξία ως αξιόπιστες επενδυτικές επιλογές. Χρησιμοποιούσαν εικονικά ηλεκτρονικά πορτοφόλια, κλειδωμένα υπόλοιπα και ελεγχόμενα ανταλλακτήρια για να αποκρύψουν τη ροή των χρημάτων.
Δομή και μεθοδολογία της εγκληματικής οργάνωσης
Η οργάνωση διέθετε αυστηρή ιεραρχική δομή με διακριτούς ρόλους. Ο ηγετικός πυρήνας αποτελούνταν από 4 άτομα που καθόριζαν τη στρατηγική, συντόνιζαν τα επιχειρησιακά στελέχη και οργάνωναν παρουσιάσεις, σεμινάρια και εκδηλώσεις προώθησης. Είχαν καταρτίσει πρόγραμμα εκπαίδευσης 90 ημερών για τα μέλη τους.
Τρία ανώτερα στελέχη είχαν ευθύνη στρατολόγησης θυμάτων, συμμετείχαν σε παρουσιάσεις και ομιλίες, παρείχαν παράνομες επενδυτικές συμβουλές και προωθούσαν νέα «επενδυτικά πακέτα». Επτά επιχειρησιακά μέλη αναζητούσαν και προσέλκυαν θύματα, ενώ τα υποστηρικτικά μέλη διευκόλυναν την εξεύρεση νέων επενδυτών για προμήθειες.
Τα μέλη κατείχαν τίτλους ανάμεσα σε 21 βαθμίδες, όπως "ambassador", "leader" και "founder's council", αποκομίζοντας εισόδημα από την προσέλκυση νέων μελών. Συντάσσονταν επίσης Ιδιωτικά Συμφωνητικά Εμπιστευτικότητας.
Στις μεθόδους πειθούς περιλαμβάνονταν ψευδείς υποσχέσεις για υψηλές και εγγυημένες αποδόσεις με ελάχιστο ρίσκο, διαβεβαιώσεις για άμεση εκταμίευση κεφαλαίων και προβολή πολυτελούς τρόπου ζωής μέσω κοινωνικών δικτύων. Δημιουργούσαν αίσθηση «μοναδικής ευκαιρίας» με τεχνητούς χρονικούς περιορισμούς, διοργάνωναν σεμινάρια, παρείχαν παράνομες συμβουλές και δημιουργούσαν κλειστές ομάδες επικοινωνίας για καλλιέργεια ψευδούς αξιοπιστίας. Σε περιπτώσεις κατάρρευσης πλατφορμών, προωθούσαν νέα σχήματα με διαφορετικό όνομα, μεταφέροντας τα θύματα σε νέες «επενδύσεις».
Οικονομική έρευνα και κατασχέσεις
Η οικονομική έρευνα, με τη συνδρομή Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας και Αμοιβαίας Δικαστικής Συνδρομής, έδειξε ότι το παράνομο όφελος της οργάνωσης ξεπερνά τα 14,5 εκατ. ευρώ. Τα μέλη χρησιμοποιούσαν το χρηματοπιστωτικό σύστημα για να αποκρύψουν την προέλευση των εσόδων, μεταφέροντας κεφάλαια σε εξωτερικούς λογαριασμούς και επενδύοντας σε κρυπτονομίσματα.
Διαπιστώθηκε, σε συνεργασία με την Εθνική Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, ότι δύο μέλη σχετίζονται με 4 off shore εταιρείες στη Βουλγαρία. Εντοπίστηκαν επίσης περιπτώσεις προσώπων που, αν και δήλωναν άνεργοι ή άστεγοι, διακινούσαν μεγάλα ποσά, καθώς και εμπλεκόμενος που απέκρυψε περιουσιακά στοιχεία μετά από πτώχευση.
Καταγράφηκαν πολυάριθμα ταξίδια μελών στο εξωτερικό για εκδηλώσεις προώθησης, με επίδειξη πολυτελούς τρόπου ζωής. Στο πλαίσιο της προανάκρισης ταυτοποιήθηκαν 73 θύματα, με συνολική ζημία τουλάχιστον 760.900 ευρώ.
Στην επιχείρηση συμμετείχαν αστυνομικοί του Τ.Α.Ο.Ε.Κ. Κρήτης, υπηρεσίες της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, Διευθύνσεις Αστυνομίας Ρεθύμνου, Ηρακλείου και Θεσπρωτίας, στελέχη της Υποδιεύθυνσης Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης, καθώς και κλιμάκιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Κατά την επιτόπια έρευνα σε οικίες και επαγγελματικούς χώρους εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν:
• 37.210 ευρώ,
• 4.000 Λεκ Αλβανίας,
• 4 πολυτελή οχήματα,
• πολεμικό τυφέκιο με γεμιστήρα και 67 φυσίγγια,
• 2 πιστόλια,
• 2 κυνηγετικά όπλα,
• 57 φυσίγγια,
• μηχανήματα εξόρυξης,
• ψηφιακά πειστήρια (usb, σκληροί δίσκοι, στοιχεία τηλεφωνίας, κλπ.),
• έγγραφα που επιβεβαιώνουν τη δράση της οργάνωσης,
• αποδεικτικά συναλλαγών με πλατφόρμες κρυπτονομισμάτων,
• χειρόγραφες σημειώσεις και ατζέντες με καταβολές θυμάτων,
• διαπιστευτήριες κάρτες πλατφορμών και
• έγγραφα σχετιζόμενα με off shore εταιρείες.
Η ΕΛΑΣ ενημέρωσε την Εθνική Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων για τον εντοπισμό τραπεζικών λογαριασμών, ψηφιακών πορτοφολιών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων, θυρίδων και offshore εταιρειών, με σκοπό την απαγόρευση κάθε συναλλαγής ή μεταβίβασης των σχετικών κεφαλαίων.
Τα κατασχεθέντα χρηματικά ποσά θα αποσταλούν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ενώ τα ψηφιακά πειστήρια και τα όπλα θα σταλούν στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών για εξετάσεις.
Οι συλληφθέντες οδηγούνται στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.