Μια εμβληματική μορφή της ελληνικής και ευρωπαϊκής διανόησης, που έφυγε από τη ζωή τη Δευτέρα σε ηλικία 99 ετών. Η κηδεία της σπουδαίας ιστορικού θα τελεστεί στη Μητρόπολη Αθηνών στις 13:00, χοροστατούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα και του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Σε λαϊκό προσκύνημα βρισκόταν από το πρωί της Παρασκευής 20.02.2026) η σορός της Ελένης Γλύκατζη – Αρβελέρ στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών όπου γίνεται και η κηδεία της.
Από τις 09:00 μέχρις τις 12:00 βρισκόταν στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης όπου πολίτες και πολιτικοί της είπαν το «τελευταίο αντίο». Το φέρετρο είναι σκεπασμένο με τις σημαίες της Ελλάδας και της Γαλλίας. Επικήδειο θα εκφωνήσει ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης.
Η εξόδιος ακολουθία θα πραγματοποιηθεί δημοσία δαπάνη, έπειτα από κοινή απόφαση των υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Παιδείας και Πολιτισμού, ως ένδειξη τιμής για την προσφορά και το έργο της.
Να σημειωθεί, ότι θα εκφωνηθεί στην κηδεία της βυζαντινολόγου, μόνον ένας επικήδειος λόγος, από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.
Δύο λέξεις συνόδευσαν το στεφάνι του Κυριάκου Μητσοτάκη και της συζύγου του Μαρέβας Γκραμπόφσκι, προς τιμήν της Ελένης Γλύκατζη – Αρβελέρ. «Με ευγνωμοσύνη» γράφουν και οι δυο τους, αποχαιρετώντας τη διακεκριμένη βυζαντινολόγο.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απέτισε φόρο τιμής στη μεγάλη Ελληνίδα των γραμμάτων, Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ, χαρακτηρίζοντάς την ως «υπόδειγμα αυθεντικότητας».
Ο Κων. Τασούλας τόνισε πως η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ έκανε τα αδύνατα δυνατά, πρωτίστως στο πεδίο της Ιστορίας. Σημείωσε ότι η σπουδαία αυτή Ελληνίδα Δασκάλα, αφού σπούδασε αρχαιολογία στην Αθήνα και αφοσιώθηκε στην Ιστορία στο Παρίσι, ανέσκαψε και έφερε στο φως αλήθειες και όψεις του ελληνισμού και του ευρωπαϊκού πνεύματος, τις οποίες η Ευρώπη και η Ελλάδα είχαν επί αιώνες αγνοήσει.
Παράλληλα, υπογράμμισε πως η Αρβελέρ μας δίδαξε ότι το Βυζάντιο αποτελεί την Ελληνική Αυτοκρατορία και τη συνδετική γέφυρα μεταξύ της αρχαιότητας και της νεοελληνικής Ιστορίας. Επεσήμανε, τέλος, την προσφορά της στην κατανόηση της ταυτότητάς μας, καθώς εξήγησε ότι η σύγχρονη μορφή της ελληνικής γλώσσας και η Ορθοδοξία, κληροδοτήματα του Βυζαντίου, συναποτελούν τη βάση της νεοελληνικής ιδιοσυστασίας
Το τελευταίο αντίο του Κυριάκου Μητσοτάκη
Με έναν λόγο βαθιά προσωπικό και συγκινησιακά φορτισμένο, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αποχαιρέτησε την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, τιμώντας την ως μια οικουμενική προσωπικότητα και μια πνευματική γέφυρα του Ελληνισμού.
Αναλυτικά η δήλωση του Πρωθυπουργού
«Εκατό χρόνια ζωής, γεμάτης από έρευνα, από γνώσεις, από στοχασμό, από προσφορά στον πολιτισμό και στα κοινά· μέσα σε δρόμους ανηφορικούς και δύσβατους, τους οποίους ποτέ, μα ποτέ, δεν φοβήθηκε. “Όλα όσα πέτυχα και όσα ονειρεύτηκα, τα κατάφερα γιατί δεν ήξερα πως ήταν αδύνατα”, έλεγε η Ελένη.
Γεύτηκε έτσι μια διαδρομή από τις γειτονιές του Βύρωνα, που την έφερε στο κέντρο του κόσμου, έχοντας την αναγνώριση σύσσωμης της ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και την αγάπη και τον σεβασμό όλων των απλών ανθρώπων και στις δύο πατρίδες της.
Μικρή ήθελε να γίνει μηχανικός με ειδικότητα στις γέφυρες. Σπούδασε όμως Φιλοσοφική και από εκεί βρέθηκε στο Παρίσι. Έγινε καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας και μετά η πρώτη γυναίκα Πρύτανης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης· και ακόμα, Καγκελάριος των Πανεπιστημίων του Παρισιού, εμπειρογνώμων της UNESCO, Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της UNICEF, επικεφαλής του Κέντρου Πομπιντού, του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης, του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου στο Παρίσι, Πρόεδρος εδώ του Εθνικού Θεάτρου, αλλά και για πολλά χρόνια του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, καθώς και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και των Ακαδημιών της Βρετανίας, του Βελγίου, του Βερολίνου και της Βουλγαρίας.
Σκέφτομαι ότι η γυναίκα την οποία αποχαιρετούμε τώρα, πέτυχε τελικά να γίνει αυτό που αρχικά ήθελε: μια γέφυρα. Μια γέφυρα ανάμεσα στα προσφυγικά της Αθήνας και τις πρωτεύουσες του κόσμου. Ένας επιστημονικός κρίκος. Άλλη μια γέφυρα που αποκατέστησε την ιστορική συνέχεια του Έθνους μας, μέσω της ανάδειξης του Βυζαντίου ως αναπόσπαστο στοιχείο της ελληνικής ταυτότητας, όπως επίσης και ένας μόνιμος σύνδεσμος της ερευνητικής δουλειάς με τη δημόσια δράση. Και αυτό, μακριά από ιδεολογικές αγκυλώσεις και συμπλέγματα, ώστε με οδηγούς την εμπειρία και το αποτέλεσμα, η προοδευτική της αναζήτηση να βρει δικαίωση στη φιλελεύθερη σκέψη.
Και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πιστεύω ότι η προσφορά της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ούτε αποσπασματικά, ούτε επιλεκτικά. Ακριβώς γιατί η παρουσία της συγκροτεί ένα σύνολο, το οποίο ωστόσο διατρέχουν σε κάθε στιγμή του τρία στοιχεία: η αγάπη για την Ιστορία και την Πατρίδα, η έγνοια για τον “συνάνθρωπο” – μια ελληνική λέξη που επέμενε η ίδια ότι δεν μεταφράζεται σε καμία άλλη γλώσσα – και, τέλος, η τολμηρή άποψη και η γενναιότητα αυτή να διατυπώνεται, ανεξάρτητα από τις εφήμερες ενστάσεις που ίσως να συναντήσει.
Με αυτόν τον τρόπο, η πορεία αυτής της ξεχωριστής προσωπικότητας θα έλεγα ότι κατέστη συνοδοιπόρος της νεοελληνικής εξέλιξης τα τελευταία εκατό χρόνια, σηματοδοτώντας, παρά τις δυσκολίες και τα πισωγυρίσματα, την πρόοδό της. Γι’ αυτό και οι γλαφυρές της διηγήσεις, δίπλα στα λιτά της αποφθέγματα, συγκέντρωναν πάντα το ενδιαφέρον όχι μόνο των διανοουμένων, αλλά κυρίως των καθημερινών ανθρώπων.
Η αφήγησή της, εξάλλου – το γνωρίζουμε όλοι καλά – υπήρξε μοναδική. Γιατί ως ιστορικός έβλεπε την επιστήμη της, την Ιστορία, ως κτήμα όλων, ενώ ως πολίτης επεδίωκε πάντα να μεταφέρει το απόσταγμα των εμπειριών της, σαν μια σκυτάλη στις επόμενες γενιές. “Να κάνετε στη ζωή σας αυτό που θέλετε. Μόνο έτσι θα γεμίσετε την ψυχή σας. Γιατί όπου υπάρχει το θέλω, υπάρχει και το μπορώ”, συμβούλευε η Ελένη πάντα τους νέους. Ενώ “ο εφησυχασμός είναι η μεγαλύτερη δειλία”, επέμενε. “Γιατί όταν αρνείσαι το δικαίωμα της συμμετοχής και της επιλογής, τότε αρνείσαι την ελευθερία σου”.
Μας κάλεσε τελικά να συνειδητοποιήσουμε ότι όποιος διστάζει να αλλάξει, δεν πρέπει τάχα να αυταπατάται ότι μένει ο ίδιος σταθερός σε ένα σημείο, διότι στην πραγματικότητα όλο και θα υποχωρεί.
Είναι διδάγματα από τα πολλά τα οποία άκουγα και εγώ στις συζητήσεις μου μαζί της. Κυριολεκτικά μαθήματα, όχι απλά Ιστορίας, αλλά κυρίως μαθήματα ζωής. Με ένα τέτοιο μάθημα, λοιπόν, θα ήθελα να πω και εγώ το δικό μου προσωπικό “αντίο” στη μεγάλη αυτή Ελληνίδα.
Ήταν σκέψεις γραμμένες στο χέρι από την ίδια σε πολυτονικό, σε ένα χειρόγραφο το οποίο μου έδωσε το 2015, όταν με ενθάρρυνε τότε να αναλάβω την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, και από τότε το κρατώ σαν ένα πολύτιμο κειμήλιο. Είναι ένας επίλογος που θεωρώ ότι αφορά όλους μας. Γι’ αυτό και ένα απόσπασμα το μοιράζομαι σήμερα μαζί σας: