Τη σύνταξη Οδικού Χάρτη Μετασχηματισμού της Αμυντικής Βιομηχανίας προτείνει ο ΣΕΚΠΥ (Σύνδεσμος Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού), στην προσπάθεια μετάβασης του κλάδου στη νέα εποχή και αξιοποίησης των αναπτυξιακών ευκαιριών που ανοίγονται μπροστά της σε μια περίοδο μάλιστα κατά την οποία οι συζητήσεις μεταξύ των ελληνικών και των πολυεθνικών εταιρειών είναι πολλές.
Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Συνδέσμου, Αναστάσιο Ροζολή, «πρόκειται για μια ουσιαστική και αναγκαία πρωτοβουλία, υπό την προϋπόθεση ότι θα υλοποιηθεί με ρεαλισμό, πειθαρχία και στρατηγική συνοχή, ώστε να μεταφραστεί σε πραγματικές βιομηχανικές δυνατότητες και όχι απλώς σε κανονιστικές διακηρύξεις». Όπως εξηγεί ο κ. Ροζολής «για την Ελλάδα, αυτή η συγκυρία είναι κρίσιμη. Η εγχώρια αμυντική βιομηχανία δεν είναι απλώς ένας παραγωγικός κλάδος. Είναι εργαλείο εθνικής κυριαρχίας, πολλαπλασιαστής ισχύος για τις Ένοπλες Δυνάμεις και φορέας τεχνογνωσίας, καινοτομίας και εξαγωγικής δυναμικής».
Θεσμική οργάνωση – Στο επίκεντρο η αξιοποίηση του 25%
Η διοίκηση του ΣΕΚΠΥ στο πλαίσιο της ετήσιας εκδήλωσης των μελών του Συνδέσμου για τη νέα χρονιά, επεσήμανε για μία ακόμη φορά πως απαιτείται κεντρικός σχεδιασμός και θεσμική συνέχεια, μέσα από μια διακριτή κυβερνητική δομή με σαφή αρμοδιότητα για την αμυντική βιομηχανία.
Η θέση του ΣΕΚΠΥ αφορά τη σύσταση Γενικής Γραμματείας ή υφυπουργείου Αμυντικής Βιομηχανίας καθώς, όπως σχολίασε ο κ. Ροζολής, «δεν μπορούμε να διαχειριστούμε τα δισεκατομμύρια των ελληνικών προγραμμάτων με την κοσμογονία στα ευρωπαϊκά έτσι όπως είμαστε σήμερα. Θέλουμε θεσμική μνήμη, θέλουμε οργάνωση».
Η πρόσφατη θεσμοθέτηση του ποσοστού του 25% εκ μέρους της Πολιτείας συνιστά, σύμφωνα με τον κλάδο, αναμφίβολα ένα πρώτο θετικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά του προϋποθέτει ένα σαφές, διαφανές και πλήρως νομοθετημένο πλαίσιο εφαρμογής, με ξεκάθαρους κανόνες, μηχανισμούς ελέγχου και ουσιαστική διασφάλιση της συμμετοχής της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Σύμφωνα με τον Γενικό Διευθυντή της ΓΔΑΕΕ Υποστράτηγο Ιωάννη Μπούρα, «η ΓΔΑΕΕ είναι δεσμευμένη να υλοποιήσει αυτή την οδηγία που έδωσε και ο Πρωθυπουργός και ο κύριος υπουργός και ήδη έχει φτιάξει ομάδα που ελέγχει τις συμβάσεις, ήδη έχουν ξεκινήσει οι πρώτες συζητήσεις για το πού βρισκόμαστε με ξένες εταιρείες. Σε όλες τις επόμενες διαπραγματεύσεις, και πιστέψτε με είναι πολλές αυτήν την περίοδο, το πρώτο θέμα που μπαίνει είναι το 25% και η συμμετοχή, όπου στις συμβάσεις θα γράφεται δεσμευτικά πλέον αυτή η υποχρέωση. Δεν θα αφορά τη σύμβαση αυτή καθαυτή, Θα πηγαίνει και στο follow on support και στην αναβάθμιση».
Θέσεις
Η συζήτηση που εξελίσσεται σήμερα για την άμυνα και την ασφάλεια αφορά ζητήματα στρατηγικής σημασίας για το μέλλον της ίδιας της Ευρώπης. Ζητήματα όπως το επερχόμενο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας και το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, η στρατιωτική κινητικότητα και οι κρίσιμες αμυντικές υποδομές, οι ενεργειακές λύσεις στον τομέα της άμυνας και η πράσινη μετάβαση σε στρατιωτικές εφαρμογές, καθώς και η θαλάσσια ασφάλεια και οι αμυντικές εφαρμογές της γαλάζιας οικονομίας διέπουν τη νέα αυτή ατζέντα.
Σε αυτό το πλαίσιο στις θέσεις του ΣΕΚΠΥ περιλαμβάνεται πρώτον η ανάγκη ύπαρξης μιας ανθεκτικής, βιώσιμης και τεχνολογικά ώριμης εγχώριας αμυντικής και βιομηχανικής βάσης. Μιας βάσης που να μπορεί να υποστηρίζει ουσιαστικά τις Ένοπλες Δυνάμεις σε όλο τον κύκλο ζωής των οπλικών συστημάτων και όχι μόνο στη φάση της προμήθειας. Χωρίς αυτή τη βάση, καμία εξοπλιστική επένδυση δεν έχει πραγματικό στρατηγικό βάθος.
Η δεύτερη θέση αφορά την πραγματική αυτονομία. Η χώρα πρέπει να διαθέτει βιομηχανική ικανότητα τροποποίησης, αναβάθμισης και ενσωμάτωσης κρίσιμων υποσυστημάτων, χωρίς εξαρτήσεις από τρίτες χώρες και χωρίς περιορισμούς που δεσμεύουν την επιχειρησιακή ελευθερία των Ενόπλων Δυνάμεων. Η αυτονομία αυτή δεν είναι θεωρητική· είναι απολύτως πρακτική και συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια και την αποτρεπτική μας ικανότητα.
Η τρίτη, εξίσου κρίσιμη θέση, αφορά το θεσμικό πλαίσιο. Μόνο έτσι μπορεί να τερματιστεί η διαχρονική «a la carte» αντιμετώπιση της εγχώριας βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πάγια θέση του Συνδέσμου για τις βιομηχανικές επιστροφές. Η συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα πρέπει να αποτελεί θεμελιώδη και νομοθετημένη προϋπόθεση. Οι βιομηχανικές επιστροφές, σε ποσοστό τουλάχιστον 30% της αξίας των συμβάσεων, δεν είναι εξαίρεση αλλά διεθνής πρακτική. Και αυτές οι επιστροφές δεν πρέπει να είναι λογιστικές, αλλά ουσιαστικές: υποκατασκευαστικό έργο, μεταφορά τεχνογνωσίας, συμμετοχή στη συντήρηση και υποστήριξη, επενδύσεις σε Έρευνα και Ανάπτυξη, με διάρκεια αντίστοιχη της επιχειρησιακής ζωής των συστημάτων.
Στενά συνδεδεμένη με τα παραπάνω είναι και η ανάγκη αλλαγής του υφιστάμενου νόμου περί αμυντικών προμηθειών. Ο σημερινός νόμος, όπως και το αντίστοιχο ευρωπαϊκό πλαίσιο, λειτουργεί συχνά ως τροχοπέδη για την ανάπτυξη τόσο της ευρωπαϊκής όσο και της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Η αναθεώρησή του αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση ώστε η άμυνα να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως δαπάνη, αλλά και ως στρατηγική επένδυση. Επίσης χρειάζεται ένα ανοιχτό, δυναμικό οικοσύστημα, στο οποίο να έχουν θέση τόσο οι εταιρείες με μακρά εμπειρία στην άμυνα όσο και νέοι φορείς με τεχνολογίες διττής χρήσης και καινοτόμες δυνατότητες. Η ανανέωση, η μεταφορά τεχνολογίας και το «νέο αίμα» είναι προϋπόθεση βιωσιμότητας και όχι απειλή.
Αξίζει να σημειωθεί πως στην ατζέντα των προτάσεων του ΣΕΚΠΥ περιλαμβάνεται η δημιουργία ενός βιομηχανικού και ερευνητικού πάρκου αμυντικών τεχνολογιών στη Δυτική Μακεδονία, με στόχο τη συγκέντρωση δραστηριοτήτων παραγωγής, τεχνικής υποστήριξης, συντήρησης και έρευνας στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας.