Το πρόβλημα της οικονομικής προσιτότητας (affordability), γίνεται όλο και περισσότερο αντικείμενο αρθρογραφίας στα διεθνή οικονομικά μέσα ενημέρωσης και στην Ελλάδα, πολύ εύστοχα το έθιξε σε πρόσφατο άρθρο του ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας κ. Θεόδωρος Πελαγίδης στον ιστότοπο euro2day.gr.
Σε πιο λαϊκό πολιτικό επίπεδο, ο ίδιος όρος μεταφράζεται σε «ακρίβεια» γιατί η λέξη αυτή «πουλάει» περισσότερο και είναι πολύ πιο εύχρηστη για τους λαϊκιστές και λοιπούς «προστάτες» του λαού.
Και από την άποψη αυτή, είναι σαφές ότι η προσιτότητα συνδέεται με το εισόδημα και την απόσταση του από ένα τυπικό καλάθι τιμών αγαθών και υπηρετών.
Έτσι, όπως επισημαίνει και ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας (ΤτΕ) κ. Θεόδωρος Πελαγίδης, «σήμερα σημαντική είναι η αίσθηση που υπάρχει, περισσότερο από ποτέ, ότι ακόμη και μια σημαντική άνοδος του πραγματικού μισθού δεν επαρκεί ώστε να αμβλύνει μια αίσθηση απαισιοδοξίας που υπάρχει σε όλο το φάσμα της μεσαίας τάξης διεθνώς. Φαίνεται πως οι ανάγκες πολλαπλασιάζονται ακόμη και όταν ένα μέσο νοικοκυριό ανεβαίνει σε υψηλότερο όροφο. Η αίσθηση απουσίας ευκαιριών ή και προοπτικών διαδραματίζει, φαίνεται, ένα σημαντικό ρόλο ιδιαιτέρως στις νέες γενεές, ακόμη και όταν ο μισθός είναι σχετικώς ικανοποιητικός.
Σε κάθε περίπτωση, ιδίως η αδυναμία απόκτησης ιδιόκτητης στέγης ή και η δαπάνη σημαντικού μέρους του εισοδήματος ή του μισθού για ενοίκιο μπορεί να περιορίζει ακόμη και ένα νοικοκυριό με ικανοποιητικό εισόδημα. Αυξημένες δαπάνες για εκπαίδευση, για τρόφιμα ή και για ενεργειακές ανάγκες ροκανίζουν ακόμη και τα σχετικώς ικανοποιητικά εισοδήματα.»
Και το φαινόμενο αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό. Πρόκειται για παγκόσμια τάση, η οποία έχει ποικίλες και σύνθετες επιπτώσεις.
Υπό αυτές τις μάλλον δυσκολονόητες συνθήκες, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι ο κεντρικός μοχλός της δυσαρέσκειας μεταξύ τεράστιων τμημάτων του πληθυσμού πηγάζει από μια μειωμένη ή επισφαλή ικανότητα να αντέξουν οικονομικά σήμερα αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί δεδομένο δύο, πέντε, ή πριν από δέκα χρόνια.
Είναι σαν ο κόσμος να έχει επιταχυνθεί με ολοένα και πιο φρενήρεις ρυθμούς, αφήνοντας πίσω μεγάλα τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού.
Την ίδια στιγμή η αβεβαιότητα εκτείνεται από την πίεση των τεχνολογικών εξελίξεων και τη διάδοση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ). Έρχονται έτσι στο προσκήνιο νέες συνθήκες εργασίας και πορείας προς το αύριο. Η αγορά ενός σπιτιού, η πρόσβαση σε έγκαιρη και αποτελεσματική ιατρική περίθαλψη και η πρόσβαση στην εκπαίδευση, περιβάλλονται από αβεβαιότητα και αυτή η τελευταία μεταβάλλει συνήθειες και τρόπους σκέψεις. Παράλληλα πληθαίνουν οι προσφορές νέων αγαθών και υπηρεσιών και μεταβάλλονται ταχύτερα από ότι στο παρελθόν οι όροι προσφοράς και ζήτησης. Μεταβάλλονται έτσι και οι πληθωριστικές συνθήκες.
Ένα ολοένα και ευρύτερο τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού βλέπει την αγοραστική του δύναμη να συρρικνώνεται και να εξαφανίζεται σταδιακά, και αισθάνεται να εξατμίζεται η ικανότητα του να διατηρεί το ίδιο βιοτικό επίπεδο όπως μόλις πριν από λίγα χρόνια ·
Οι κοινωνικές συνέπειες αυτού του φαινομένου είναι καταστροφικές. Επηρεάζουν την οικονομική σταθερότητα και, σε άκρως οικονομίστικες κοινωνίες, την κοινωνική ισορροπία. Η δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας, διατήρηση της υγείας και απόκτηση γνώσεων που συνεχώς πληθαίνουν, δημιουργεί αβεβαιότητα, με συνέπεια η οικονομική προσιτότητα να είναι πηγή ανησυχίας αν όχι και αγωνίας για τα άτομα. Πόσο δικαιολογημένη είναι η κατάσταση αυτή;
Σύμφωνα με το Fiscal Monitor του ΔΝΤ, το παγκόσμιο δημόσιο χρέος έφτασε τα 100 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2024 (93% του παγκόσμιου ΑΕΠ) και θα μπορούσε να ξεπεράσει το 100% έως το 2029, πλησιάζοντας επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ξεκινώντας από τα κράτη, η αρχή του δανεισμού χρημάτων συνδέεται με την ανάγκη χρηματοδότησης επενδύσεων που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα, θα δημιουργήσουν αποδόσεις που υπερβαίνουν τους τόκους που πρέπει να καταβληθούν και έτσι θα δημιουργήσουν ανάπτυξη. Αυτός είναι ο ρόλος της πίστωσης (ή του χρέους) που, από την εποχή του Schumpeter, θεωρείται ως εργαλείο ανάπτυξης τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τα κράτη.Όμως,σήμερα μεγάλο μέρος του ιδιωτικού χρέους Κα λύπτει ολότελα νέες καταναλωτικές ανάγκες,οι οποίες σκοπίμως υποβαθμίζονται γιατί διαφορετικά χαλάνε την πολιτική σούπα των πολιτικών για τους οποίους είναι πιο εύκολο να πουλάνε παρελθόν παρά να εξηγούν πολύπλοκα παρόντα
Και μέσα σε αυτή την επικίνδυνη κατάσταση, δεν γνωρίζουμε κατά πόσον η αμερικανο-ισραηλινή φιλοσοφία των περιφερειακών πολέμων, για αποφυγή γενικότερη πολιτικής σύγκρουσης, είναι υποβοηθητική στην αντιμετώπιση κρίσεων οικονομικής προσιτότητας.