Ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, βαθύτερη ενοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών και μεγαλύτερη κινητοποίηση των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων προς τις επενδύσεις είναι οι βασικές προϋποθέσεις για να ενισχύσει η Ευρώπη την ανταγωνιστικότητα και την αναπτυξιακή της δυναμική, όπως τόνισε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης, μιλώντας στο Eurofi Financial Forum στο Δουβλίνο.
Ο κ. Πιερρακάκης περιέγραψε μια Ευρώπη που βρίσκεται σε «καθοριστική στιγμή», καθώς ο στρατηγικός ανταγωνισμός εντείνεται διεθνώς και η οικονομική ισχύς συνδέεται ολοένα περισσότερο με τη γεωπολιτική επιρροή. Όπως σημείωσε, η τεχνολογία, η ενέργεια, το εμπόριο, τα χρηματοοικονομικά, ακόμη και τα νομίσματα, έχουν πλέον αποκτήσει στρατηγική διάσταση.
Σύμφωνα με τον ίδιο, παρά τα σημαντικά πλεονεκτήματα της Ευρώπης, η βασική πρόκληση είναι ότι «δεν αναπτυσσόμαστε αρκετά γρήγορα», με την παραγωγικότητα να παραμένει χαμηλή και το χάσμα ανταγωνιστικότητας να διευρύνεται.
Την ίδια στιγμή, οι επενδυτικές ανάγκες της Ευρώπης αυξάνονται σημαντικά, από την άμυνα και την ενέργεια έως την Τεχνητή Νοημοσύνη, τις ψηφιακές υποδομές, την καινοτομία και την πράσινη μετάβαση.
Η «εξίσωση» των 800 δισ. ευρώ
Ο πρόεδρος του Eurogroup αναφέρθηκε στην ανάγκη για επενδύσεις μεγάλης κλίμακας, επικαλούμενος την εκτίμηση του Μάριο Ντράγκι για την ανάγκη πρόσθετων επενδύσεων ύψους 800 δισ. ευρώ κάθε χρόνο, προκειμένου να καλυφθεί το επενδυτικό και τεχνολογικό κενό της Ευρώπης.
Όπως υπογράμμισε, τα υγιή δημόσια οικονομικά αποτελούν θεμέλιο για μια διατηρήσιμη οικονομική ισχύ, όμως οι κρατικοί προϋπολογισμοί δεν μπορούν από μόνοι τους να καλύψουν ανάγκες τέτοιας κλίμακας.
Το πλεονέκτημα της Ευρώπης, όπως ανέφερε, είναι ότι διαθέτει τις απαραίτητες αποταμιεύσεις. Το ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός χρηματοπιστωτικού συστήματος που θα μπορεί να τις κινητοποιεί αποτελεσματικότερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο και να τις διοχετεύει προς τις επιχειρήσεις, την καινοτομία και τις επενδύσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, η οποία, σύμφωνα με τον κ. Πιερρακάκη, πρέπει να συνδέσει αποτελεσματικότερα τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις με τις ευρωπαϊκές επενδύσεις και να συμβάλει στη δημιουργία βαθύτερων και περισσότερο ενοποιημένων χρηματοπιστωτικών αγορών.
Στο επίκεντρο η Τραπεζική Ένωση
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον ρόλο των τραπεζών, οι οποίες παρέχουν περίπου το 70% της χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας.
«Δεν μπορούμε να έχουμε μια αποτελεσματική Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων χωρίς έναν ανταγωνιστικό και ενοποιημένο τραπεζικό τομέα», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης δεν αποτελεί απλώς μια μεταρρύθμιση που αφορά τον χρηματοπιστωτικό κλάδο, αλλά βασικό στοιχείο της αναπτυξιακής στρατηγικής της Ευρώπης.
Όπως σημείωσε, οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητα, την κεφαλαιακή τους επάρκεια και την κερδοφορία τους τα τελευταία 15 χρόνια. Κατά την πανδημία και την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, μάλιστα, συνέβαλαν στην απορρόφηση των κραδασμών αντί να εντείνουν τις επιπτώσεις τους.
Ωστόσο, η ανθεκτικότητα δεν αρκεί, σύμφωνα με τον υπουργό. Το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό κατά μήκος των εθνικών συνόρων, περιορισμένη κλίμακα και ένα ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο που σε ορισμένα σημεία παραμένει υπερβολικά σύνθετο.
«Φόρος» στην κλίμακα και στις επενδύσεις ο κατακερματισμός
Ο κ. Πιερρακάκης χαρακτήρισε το κόστος του κατακερματισμού έναν στρατηγικό «φόρο» για την Ευρώπη, καθώς περιορίζει την κλίμακα, τις επενδύσεις και τελικά την ανάπτυξη.
Τα στοιχεία που παρουσίασε είναι ενδεικτικά: μόλις περίπου 16% του εταιρικού δανεισμού στη ζώνη του ευρώ είναι διασυνοριακό, ενώ οι διασυνοριακοί τραπεζικοί όμιλοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμούς στη μεταφορά κεφαλαίων και ρευστότητας μεταξύ των χωρών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η άρση αυτών των περιορισμών θα μπορούσε να απελευθερώσει περίπου 230 δισ. ευρώ ρευστών στοιχείων ενεργητικού υψηλής ποιότητας. Παράλληλα, το κόστος συμμόρφωσης με τις εποπτικές απαιτήσεις και τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών υπολογίζεται σε περίπου 24 δισ. ευρώ.
Το ζητούμενο, επομένως, είναι διπλό: ένα απλούστερο και περισσότερο αναλογικό πλαίσιο, αλλά και μεγαλύτερη ενοποίηση και κλίμακα στον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα.
Το τεχνολογικό χάσμα με ΗΠΑ και Κίνα
Η ανάγκη για μεγαλύτερη κλίμακα συνδέεται άμεσα και με τις επενδύσεις στην τεχνολογία. Όπως ανέφερε ο κ. Πιερρακάκης, οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες επενδύουν, σε σχέση με το ενεργητικό τους, πάνω από δυόμισι φορές περισσότερα στην τεχνολογία σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στη σύγκριση με τις κινεζικές τράπεζες.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, των ψηφιακών πληρωμών και της κυβερνοασφάλειας, όπου η τεχνολογική επένδυση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας.
Η βαθύτερη ενοποίηση και η μεγαλύτερη διασυνοριακή συγκέντρωση, σύμφωνα με τον υπουργό, θα μπορούσαν να προσφέρουν στις ευρωπαϊκές τράπεζες την απαιτούμενη κλίμακα για επενδύσεις και καινοτομία, αλλά και να ενισχύσουν τη δυνατότητά τους να διοχετεύουν τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις στις επιχειρήσεις και στις επενδύσεις.
«Κλίμακα στην κορυφή, εγγύτητα σε τοπικό επίπεδο»
Ο κ. Πιερρακάκης έσπευσε, πάντως, να επισημάνει ότι η ανάγκη για μεγαλύτερη κλίμακα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ομοιομορφία.
Όπως είπε, η Ευρώπη χρειάζεται ισχυρούς τραπεζικούς ομίλους που θα μπορούν να ανταγωνίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται ισχυρές περιφερειακές και τοπικές τράπεζες, οι οποίες γνωρίζουν τις τοπικές κοινωνίες, χρηματοδοτούν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και διατηρούν τη σύνδεση των κεφαλαίων με την πραγματική οικονομία.
«Ένα πραγματικά ενοποιημένο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα χρειάζεται και τα δύο: κλίμακα στην κορυφή και εγγύτητα σε τοπικό επίπεδο», τόνισε χαρακτηριστικά.
Τρεις προτεραιότητες για την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης
Ο υπουργός τάχθηκε υπέρ της κατεύθυνσης που έχει χαράξει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χαρακτηρίζοντας φιλόδοξη και ολοκληρωμένη τόσο την έκθεση όσο και την ανακοίνωσή της.
Προσδιόρισε, παράλληλα, τρεις βασικούς άξονες στους οποίους απαιτείται πρόοδος:
Πρώτον, ενοποίηση και κλίμακα. Άρση των διασυνοριακών εμποδίων, διευκόλυνση της περαιτέρω συγκέντρωσης του κλάδου και αποτελεσματικότερη μεταφορά κεφαλαίων και ρευστότητας.
Δεύτερον, εμπιστοσύνη και κοινές δικλείδες ασφαλείας. Ενίσχυση της διαχείρισης κρίσεων, της ρευστότητας και της εξυγίανσης, καθώς και της ασφάλισης καταθέσεων, καθώς η μεγαλύτερη ενοποίηση προϋποθέτει και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.
Τρίτον, ανταγωνιστικότητα. Απλούστευση του πλαισίου, ενίσχυση της αρχής της αναλογικότητας και μεγαλύτερη συνέπεια στην εποπτεία, χωρίς να υπονομευθεί η ανθεκτικότητα που έχει οικοδομηθεί τα προηγούμενα χρόνια.
«Καλύτερη ρύθμιση, όχι λιγότερη ρύθμιση», ήταν το μήνυμα του προέδρου του Eurogroup.
«Η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια άλλης καθυστέρησης»
Ο κ. Πιερρακάκης αναγνώρισε ότι η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης απαιτεί δύσκολες πολιτικές ισορροπίες, καθώς τα κράτη-μέλη προσέρχονται με διαφορετικά τραπεζικά συστήματα, διαφορετικά συμφέροντα και θεμιτές εθνικές ανησυχίες.
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι οι εθνικές διαφορές δεν μπορούν να αποτελούν λόγο για μόνιμο κατακερματισμό.
Όπως ανέφερε, εάν κάθε χώρα επιλέξει να προστατεύσει όλες τις εθνικές δικλείδες ασφαλείας και κάθε περιθώριο εθνικής διακριτικής ευχέρειας, μπορεί βραχυπρόθεσμα να αισθάνεται ασφαλέστερη, όμως συλλογικά η Ευρώπη αποδυναμώνεται.
Ο στόχος, σύμφωνα με τον υπουργό, πρέπει να είναι μια ισορροπημένη μεταρρύθμιση που θα μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη από όλα τα κράτη-μέλη και θα οδηγήσει συνολικά σε μια ισχυρότερη, περισσότερο ενοποιημένη και ανταγωνιστική Ευρώπη.
Η ανάγκη για ταχύτητα είναι, όπως είπε, επιτακτική, καθώς «οι ανταγωνιστές μας δεν περιμένουν. Οι επενδύσεις δεν περιμένουν. Και ασφαλώς η τεχνολογία δεν περιμένει».
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος του Eurogroup είναι, κατά τον κ. Πιερρακάκη, κρίσιμος, καθώς μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο στρατηγικού διαλόγου μεταξύ των κρατών-μελών, με στόχο την κατανόηση των διαφορετικών θέσεων, την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και την επίτευξη συμφωνιών.
«Δεν πρόκειται για τις τράπεζες. Δεν πρόκειται για τον τραπεζικό τομέα αυτόν καθ’ αυτόν. Πρόκειται για την ανάπτυξη», υπογράμμισε.
Κλείνοντας, ο υπουργός τόνισε ότι η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια για νέες καθυστερήσεις και ότι η ευθύνη των σημερινών αποφάσεων αφορά την επόμενη γενιά. Μια ισχυρότερη Ευρώπη, όπως σημείωσε, σημαίνει ισχυρότερα κράτη-μέλη, με μεγαλύτερη ευημερία, ασφάλεια και δυνατότητα δημιουργίας ευκαιριών για πολίτες και επιχειρήσεις.