Μειωμένες ροές κεφαλαίων από το εξωτερικό προς την ελληνική αγορά ακινήτων καταγράφονται και επισήμως, επιβεβαιώνοντας την τάση που είχε αναδειχθεί τους προηγούμενους μήνες. Η Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2025 δείχνει ότι οι καθαρές εισπράξεις για αγορές ακινήτων από ξένους επενδυτές υποχώρησαν κατά 25,3% σε ετήσια βάση, διαμορφούμενες στα 2,055 δισ. ευρώ, έναντι 2,75 δισ. ευρώ το 2024. Παράλληλα, κάμψη καταγράφηκε και στο πρόγραμμα Golden Visa, καθώς τα αιτήματα μειώθηκαν σε 7.031 το 2025 από 9.387 ένα χρόνο νωρίτερα, σημειώνοντας πτώση 25,1%.
Παρά τη συγκράτηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος, η αγορά ακινήτων παρέμεινε σε ανοδική τροχιά, με τις τιμές των κατοικιών να συνεχίζουν την αυξητική τους πορεία. Η προσφορά σύγχρονων κατοικιών, ωστόσο, παραμένει περιορισμένη, εντείνοντας το πρόβλημα προσιτότητας της στέγασης. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 28,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για έξοδα στέγασης, ποσοστό υπερτριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου που διαμορφώνεται στο 8,2%. Το πρόβλημα είναι εντονότερο για τους ενοικιαστές, καθώς το 37,4% καταβάλλει πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγη, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για ιδιοκτήτες με στεγαστικό δάνειο ανέρχεται στο 20,9%.
Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι οι προοπτικές της αγοράς παραμένουν συγκρατημένα θετικές, αν και οι γεωπολιτικές εξελίξεις και η αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον ενδέχεται να επηρεάσουν τη ζήτηση και την επενδυτική δραστηριότητα. Παράγοντες όπως το υψηλό κόστος κατασκευής, οι αυξανόμενες τιμές κατοικιών και η επιδείνωση της προσιτότητας της στέγασης εκτιμάται ότι θα λειτουργήσουν ως «φρένο» στην περαιτέρω άνοδο των τιμών. Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτεία επιχειρεί να ενισχύσει την προσφορά κατοικιών, αξιοποιώντας τη δημόσια ακίνητη περιουσία και διευκολύνοντας τη μετατροπή κενών επαγγελματικών χώρων σε κατοικίες, αν και το αποτέλεσμα αυτών των παρεμβάσεων αναμένεται να φανεί σε μεταγενέστερο χρόνο.
Η συνολική εικόνα της αγοράς το 2025 και στις αρχές του 2026 χαρακτηρίζεται από συνέχιση της ανάπτυξης, αλλά με ηπιότερους ρυθμούς. Η ζήτηση για κατοικίες παραμένει υψηλή, ωστόσο η περιορισμένη προσφορά στρέφει τα νοικοκυριά προς πιο προσιτές περιοχές ή παλαιότερα ακίνητα. Ταυτόχρονα, επενδυτικό ενδιαφέρον καταγράφεται σε επαγγελματικά ακίνητα που σχετίζονται με τον τουρισμό, την εφοδιαστική αλυσίδα και τα γραφεία υψηλών προδιαγραφών, με σαφή στροφή προς ενεργειακά αποδοτικά κτίρια.
Στην αγορά κατοικιών, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν το 2025 κατά 7,8% σε ετήσια βάση, με ηπιότερο ρυθμό σε σχέση με το 2024. Οι τιμές των παλαιών διαμερισμάτων αυξήθηκαν ταχύτερα από εκείνες των νέων, ενώ γεωγραφικά οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Στην Αθήνα η άνοδος ήταν πιο συγκρατημένη, χωρίς ωστόσο να ανακόπτεται η ανοδική τάση.
Την ίδια ώρα, η οικοδομική δραστηριότητα για κατοικίες υποχώρησε, με μείωση τόσο στον αριθμό νέων αδειών όσο και στον δομήσιμο όγκο, ενώ το κόστος κατασκευής συνέχισε να αυξάνεται, επιβαρύνοντας περαιτέρω την ανάπτυξη νέων έργων. Αν και το ύψος των νέων στεγαστικών δανείων αυξήθηκε σημαντικά, παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, γεγονός που περιορίζει τη δυναμική της αγοράς. Αντίθετα, οι επενδύσεις σε κατοικίες ενισχύθηκαν σημαντικά και οι επιχειρηματικές προσδοκίες για τον κατασκευαστικό κλάδο διατηρούνται θετικές.
Στον τομέα των επαγγελματικών ακινήτων, οι τιμές γραφείων και καταστημάτων υψηλών προδιαγραφών κατέγραψαν μικρές αυξήσεις το πρώτο εξάμηνο του 2025, με σαφή επιβράδυνση σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Τα μισθώματα παρέμειναν σχεδόν σταθερά, ενώ η οικοδομική δραστηριότητα παρουσίασε μικτή εικόνα, με αύξηση των αδειών σε ορισμένες κατηγορίες και υποχώρηση σε άλλες. Οι αποδόσεις γραφείων και καταστημάτων στο κέντρο της Αθήνας διατηρήθηκαν σε σταθερά επίπεδα, ενώ οι προσδοκίες για το 2026 χαρακτηρίζονται ουδέτερες για τα γραφεία και τα καταστήματα, αλλά πιο θετικές για ξενοδοχεία και αποθηκευτικούς χώρους υψηλών προδιαγραφών.
Συνολικά, η ελληνική αγορά ακινήτων παραμένει σε τροχιά ανάπτυξης, με το βασικό ζητούμενο να παραμένει η ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών ώστε να περιοριστούν οι πιέσεις στις τιμές και να βελτιωθεί η πρόσβαση των νοικοκυριών σε προσιτή στέγη.