Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκιά της καθ’ όλη τη διάρκεια του 2027, ακόμη και την ώρα που οι ανησυχίες για την πορεία του πληθωρισμού επανέρχονται στο προσκήνιο.
Σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 6 και 11 Μαρτίου, μόλις το 7% των οικονομολόγων εκτιμά ότι θα υπάρξει κάποια κίνηση στα επιτόκια έως τον Δεκέμβριο, ενώ λιγότερο από το ένα τρίτο θεωρεί πιθανή μια αύξηση πριν από το τέλος του επόμενου έτους.
Η εκτίμηση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις προσδοκίες των αγορών. Οι επενδυτές προεξοφλούν ήδη μια αύξηση κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες έως τον Ιούλιο, που θα οδηγούσε το βασικό επιτόκιο στο 2,25%, ενώ δίνουν πιθανότητα 67% για ακόμη μία αύξηση στο 2,5% μέχρι το τέλος της χρονιάς.
Στο επίκεντρο της αβεβαιότητας βρίσκεται η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα η διάρκεια του πολέμου με το Ιράν. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι που συμμετείχαν στην έρευνα εκτιμούν ότι η σύγκρουση δεν θα έχει μεγάλη διάρκεια, ωστόσο οι εξελίξεις παραμένουν απρόβλεπτες.
Ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, προειδοποίησε ότι τα Στενά του Ορμούζ θα πρέπει να παραμείνουν κλειστά, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο η Τεχεράνη να ανοίξει νέα μέτωπα αν συνεχιστούν οι επιθέσεις από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Από την πλευρά του, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπογράμμισε ότι η αποτροπή της απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν είναι «πολύ σημαντικότερη» από τις διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου.
Την ίδια ώρα, οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, υπό την πρόεδρο Κριστίν Λαγκάρντ, παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις. Οι αξιωματούχοι φοβούνται το ενδεχόμενο ενός νέου πληθωριστικού σοκ, παρόμοιου με εκείνο που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 και οδήγησε σε εκρηκτική άνοδο των τιμών ενέργειας.
Προς το παρόν, ωστόσο, η στάση της ΕΚΤ παραμένει προσεκτική. Οι αξιωματούχοι δηλώνουν έτοιμοι να παρέμβουν εφόσον χρειαστεί, αλλά ζητούν χρόνο για να αξιολογήσουν τις πραγματικές επιπτώσεις των γεωπολιτικών εξελίξεων.
«Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για τον αντίκτυπο της σύγκρουσης», σημειώνει ο Μπιλ Ντιβίνι, ανώτερος οικονομολόγος της ABN Amro για την Ευρωζώνη. Όπως επισημαίνει, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα επιδείξει αυξημένη επαγρύπνηση για τις πληθωριστικές πιέσεις, διατηρώντας ταυτόχρονα την ετοιμότητα να δράσει αν οι συνθήκες το απαιτήσουν.
Παράλληλα, κανένας από τους οικονομολόγους που συμμετείχαν στην έρευνα δεν αναμένει μεταβολή των επιτοκίων στην επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ. Περίπου τα δύο τρίτα εκτιμούν ότι είναι ακόμη νωρίς για να διαπιστωθεί αν ο πόλεμος θα αλλάξει ουσιαστικά τις οικονομικές προοπτικές της Ευρωζώνης.
Η μεγαλύτερη αβεβαιότητα αφορά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Ενώ αρχικά ο Ντόναλντ Τραμπ είχε αναφέρει ότι οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να διαρκέσουν «τέσσερις έως πέντε εβδομάδες», ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ Ισραήλ Κατζ δήλωσε ότι οι μάχες θα συνεχιστούν μέχρι να «επιτευχθεί η νίκη».