Η Ελλάδα ετοιμάζεται να κάνει ένα ακόμη καθοριστικό βήμα για να αφήσει οριστικά πίσω της την εποχή των μνημονίων. Μέσα στον Δεκέμβριο προγραμματίζεται η πρόωρη αποπληρωμή δανείων ύψους 5,29 δισεκατομμυρίων ευρώ, τα οποία είχαν χορηγηθεί το 2010 στο πλαίσιο του πρώτου μνημονίου μέσω του μηχανισμού Greek Loan Facility (GLF). Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί όχι μόνο τη μείωση του δημοσίου χρέους κατά περίπου 2,2% του ΑΕΠ, αλλά και την εξοικονόμηση 150 εκατομμυρίων ευρώ σε τόκους μέσα στα επόμενα δώδεκα χρόνια. Με απλά λόγια, το ελληνικό Δημόσιο αποπληρώνει νωρίτερα ένα ακριβό κομμάτι παλαιών υποχρεώσεων, προκειμένου να περιορίσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και να ενισχύσει την αξιοπιστία της χώρας στις αγορές και στους επενδυτές.
Η Ελλάδα είχε λάβει συνολικά 52,9 δισ. ευρώ μέσω του GLF, εκ των οποίων έχουν ήδη αποπληρωθεί 21,3 δισ. ευρώ. Με τη νέα πρόωρη εξόφληση, διαγράφεται ένα ακόμη σημαντικό μέρος των οφειλών, ενώ ο στόχος της κυβέρνησης είναι να έχει εξοφλήσει πλήρως όλα τα διμερή δάνεια έως το 2031 – μια δεκαετία νωρίτερα από την κανονική τους λήξη. Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι η χώρα διαθέτει πλέον τη δημοσιονομική σταθερότητα και την εμπιστοσύνη των αγορών για να καλύπτει τις υποχρεώσεις της όχι απλώς κανονικά, αλλά και με ευνοϊκότερους όρους.
Ένας από τους βασικούς λόγους που οδηγούν στην απόφαση αυτή είναι ότι τα συγκεκριμένα δάνεια θεωρούνται πια «ακριβά», καθώς φέρουν επιτόκιο άνω του 3%, τη στιγμή που το μέσο επιτόκιο του ελληνικού χρέους έχει μειωθεί στο 1,73%. Η αποπληρωμή τους μειώνει τον κίνδυνο από μελλοντικές αυξήσεις επιτοκίων και εξοικονομεί σημαντικούς πόρους για το Δημόσιο. Σύμφωνα με το προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2026, το χρέος της γενικής κυβέρνησης αναμένεται για πρώτη φορά μετά από δεκαπέντε χρόνια να υποχωρήσει κάτω από το 140% του ΑΕΠ – στο 137,6%, από 145,4% φέτος. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη πτώση χρέους που έχει καταγραφεί μέσα σε μία πενταετία και ένα ακόμη σαφές σήμα ότι η Ελλάδα ανακτά πλήρως την οικονομική της ισορροπία, αφήνοντας πίσω τη βαριά κληρονομιά της κρίσης.
Η αποπληρωμή αυτή δεν επηρεάζει αρνητικά τη ρευστότητα του Δημοσίου. Τα ταμειακά διαθέσιμα ανέρχονται στα 44,8 δισ. ευρώ και, ακόμη και μετά την εξόφληση των 5,29 δισ., θα παραμείνουν σε ασφαλές επίπεδο 35-36 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό είναι σχεδόν ίσο με το «μαξιλάρι» που υπήρχε το 2019, επιβεβαιώνοντας ότι η χώρα διαθέτει ισχυρή οικονομική άμυνα απέναντι σε ενδεχόμενες διεθνείς αναταράξεις. Οι πρόωρες αποπληρωμές μάλιστα αναμένεται να συνεχιστούν και το 2026, εφόσον οι συνθήκες στις αγορές το επιτρέψουν.
Ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) σκοπεύει να διατηρήσει μια προσεκτική στρατηγική περιορισμένου δανεισμού, με επιλεκτικές εκδόσεις ομολόγων ώστε η Ελλάδα να παραμένει ενεργή στις διεθνείς αγορές χωρίς να αυξάνει υπέρμετρα τις δανειακές της ανάγκες. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι εντυπωσιακά: σήμερα η χώρα δανείζεται με χαμηλότερο επιτόκιο ακόμη και από τη Γαλλία, καθώς το 10ετές ελληνικό ομόλογο αποδίδει περίπου 3,4%, όταν το αντίστοιχο γαλλικό φτάνει στο 3,6%. Είναι μια εντυπωσιακή ανατροπή της εικόνας του παρελθόντος, που δείχνει ότι οι επενδυτές θεωρούν πλέον την Ελλάδα πιο σταθερή και αξιόπιστη.
Παράλληλα, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να ενισχύεται. Το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί από τα 249 δισ. ευρώ το 2025 στα 261 δισ. ευρώ το 2026, ενώ τα πρωτογενή πλεονάσματα επιβεβαιώνουν ότι η χώρα μπορεί να καλύπτει τις ετήσιες πληρωμές τόκων –περίπου 6 με 7 δισ. ευρώ ή 3% του ΑΕΠ– χωρίς να χρειάζεται νέο δανεισμό. Για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών του 2025, περιλαμβανομένης της πρόωρης αποπληρωμής, πραγματοποιήθηκαν δύο επιτυχημένες εκδόσεις ομολόγων: ένα νέο 10ετές ύψους 4 δισ. ευρώ με λήξη το 2035 και μια επανέκδοση 15ετών και 30ετών τίτλων συνολικού ύψους 3 δισ. ευρώ, με ταυτόχρονη επαναγορά τίτλων 1,5 δισ. ευρώ που λήγουν το 2026. Η ζήτηση από θεσμικούς επενδυτές σε Ευρώπη, ΗΠΑ και Ασία ήταν ιδιαίτερα υψηλή, επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα έχει πλέον αποκτήσει ένα ισχυρό διεθνές προφίλ αξιοπιστίας.
Η στρατηγική αυτή δεν ωφελεί μόνο το παρόν, αλλά και το μέλλον. Με την πρόωρη εξόφληση των δανείων του πρώτου μνημονίου μειώνεται ο κίνδυνος για την περίοδο μετά το 2032, όταν αναμένεται ένα νέο κύμα λήξεων ομολόγων. Με αυτόν τον τρόπο, το ελληνικό χρέος καθίσταται πιο βιώσιμο, πιο προβλέψιμο και πιο εύκολα διαχειρίσιμο, επιτρέποντας στη χώρα να σχεδιάζει την επόμενη δεκαετία με σταθερότητα και αυτοπεποίθηση.