Από τις χρηματοπιστωτικές αγορές στην πραγματική οικονομία κινδυνεύει να περάσει η κρίση που έχει ξεσπάσει στον ταχέως αναπτυσσόμενο κλάδο των επενδυτικών funds της Τουρκίας. Η JPMorgan προειδοποιεί ότι η αναταραχή δημιουργεί πλέον σημαντικούς κινδύνους για την ανάπτυξη, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο να αναθεωρήσει προς τα κάτω την πρόβλεψή της για αύξηση του τουρκικού ΑΕΠ κατά 3% το 2026.
Το πρόβλημα εκδηλώθηκε όταν funds της Tera Portfoy βρέθηκαν αντιμέτωπα με μαζικά αιτήματα εξαγοράς μεριδίων, τα οποία δυσκολεύονταν να ικανοποιήσουν. Η κρίση γρήγορα επεκτάθηκε, αναγκάζοντας τις εποπτικές αρχές να παρέμβουν και να διατάξουν την εκκαθάριση 131 funds που διαχειρίζονταν επτά εταιρείες.
Πίσω από την αναταραχή βρίσκεται ένας κλάδος που είχε διογκωθεί με εντυπωσιακή ταχύτητα. Χιλιάδες Τούρκοι επενδυτές στράφηκαν τα τελευταία χρόνια στα funds αναζητώντας υψηλές αποδόσεις και προστασία απέναντι στον πληθωρισμό και τη μακροχρόνια αποδυνάμωση της λίρας. Ορισμένα κεφάλαια, όμως, είχαν μεγάλη έκθεση σε μετοχές μικρών εταιρειών με περιορισμένη εμπορευσιμότητα, των οποίων οι τιμές μπορούσαν να μεταβάλλονται απότομα.
Η εικόνα επιδεινώθηκε όταν άρχισαν να διατυπώνονται καταγγελίες για χειραγώγηση μετοχών και funds. Οι έρευνες των τουρκικών αρχών έχουν πλέον διευρυνθεί, ενώ δεκάδες ύποπτοι έχουν προφυλακιστεί.
Η προειδοποίηση της JPMorgan
Η JPMorgan εκτιμά ότι οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στις αγορές. Η αναταραχή αναμένεται να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους, δημιουργώντας «σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους» για την πρόβλεψη ανάπτυξης 3% το 2026.
Η αμερικανική τράπεζα αφήνει μάλιστα ανοιχτό το ενδεχόμενο αναθεώρησης της εκτίμησής της, εάν τα στοιχεία των επόμενων εβδομάδων δείξουν ότι η επιβράδυνση αποκτά μεγαλύτερη διάρκεια.
Η προειδοποίηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς είναι η πρώτη φορά, μετά το ξέσπασμα της κρίσης, που μεγάλη επενδυτική τράπεζα της Wall Street συνδέει τόσο άμεσα την αναταραχή στα funds με τις προοπτικές ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, επιχειρεί να καθησυχάσει τις αγορές. Ο υπουργός Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ υποστηρίζει ότι η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο και ότι έχει αποτραπεί ο κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης στο σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Σε ένα σημείο φαίνεται να συμφωνούν και οι αναλυτές της JPMorgan: προς το παρόν δεν διακρίνουν συστημικό κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η ανησυχία τους βρίσκεται αλλού — στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η κρίση στην κατανάλωση, στην εμπιστοσύνη και τελικά στην ανάπτυξη.
Το κρίσιμο ποσό των 18,3 δισ. δολαρίων
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της JPMorgan, τα funds που έχουν πληγεί από την αναταραχή διαχειρίζονταν περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας 18,3 δισ. δολαρίων. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 10% του κλάδου των επενδυτικών funds της Τουρκίας και στο 3% των συνολικών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων των τουρκικών νοικοκυριών, τα οποία υπολογίζονται σε περίπου 600 δισ. δολάρια.
Από τα 18,3 δισ. δολάρια, περίπου 6 δισ. βρίσκονται σε αμοιβαία κεφάλαια χρηματαγοράς, όπου θεωρείται ευκολότερη η ανάκτηση των κεφαλαίων. Το μεγαλύτερο και δυσκολότερο κομμάτι —περίπου 12 δισ. δολάρια— αφορά hedge funds και μετοχικά κεφάλαια.
Το πόσο τελικά θα χάσουν οι επενδυτές παραμένει άγνωστο. Το κρίσιμο ζήτημα είναι σε ποιες τιμές θα μπορέσουν να ρευστοποιηθούν τα περιουσιακά στοιχεία των funds, καθώς αρκετά από αυτά κατέχουν μετοχές με περιορισμένο όγκο συναλλαγών.
Οι τουρκικές εποπτικές αρχές έχουν ανακοινώσει ότι η διαδικασία εκκαθάρισης αναμένεται να διαρκέσει περίπου έξι μήνες. Για ορισμένα από τα υπό εκκαθάριση funds, επενδυτές με καθαρή τοποθέτηση κάτω του ενός εκατομμυρίου λιρών προβλέπεται να λάβουν πίσω ολόκληρο το ποσό, ενώ όσοι έχουν επενδύσει περισσότερο θα λάβουν αρχικά έως ένα εκατομμύριο λίρες.
Από τα funds στην κατανάλωση
Εδώ βρίσκεται και ο μεγαλύτερος φόβος της JPMorgan. Εάν μεγάλος αριθμός αποταμιευτών παραμείνει για μήνες χωρίς πρόσβαση σε μέρος των χρημάτων του ή υποστεί σημαντικές απώλειες, οι συνέπειες μπορεί να αρχίσουν να εμφανίζονται στις καθημερινές οικονομικές αποφάσεις των νοικοκυριών.
Η κατανάλωση μπορεί να περιοριστεί, μεγαλύτερες αγορές να αναβληθούν και η εμπιστοσύνη να υποχωρήσει. Και υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι η αβεβαιότητα αρχίζει να αφήνει αποτύπωμα: η πιστωτική επέκταση και οι πωλήσεις αυτοκινήτων εμφανίζουν επιβράδυνση, ενώ επιχειρήσεις έχουν αναστείλει εκδόσεις ομολόγων και νέες εισαγωγές εταιρειών στο χρηματιστήριο έχουν ουσιαστικά «παγώσει».
Η χρηματιστηριακή αγορά έχει ήδη δεχθεί ισχυρό πλήγμα. Ο βασικός δείκτης της Κωνσταντινούπολης κατέγραψε τον Σεπτέμβριο τη χειρότερη μηνιαία επίδοσή του από το 2008, καθώς η κρίση των funds επιβάρυνε το επενδυτικό κλίμα.
Πολιτικές προεκτάσεις της κρίσης
Η υπόθεση έχει πλέον ξεφύγει και από τα στενά όρια των αγορών, αποκτώντας πολιτική διάσταση.
Η Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά, αντιπρόεδρος του κυβερνώντος AKP του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, παραιτήθηκε από τα κομματικά της καθήκοντα μετά από καταγγελία στελέχους της αντιπολίτευσης ότι η ίδια και ο σύζυγός της είχαν αποκομίσει σημαντικά κέρδη από συναλλαγές σε μετοχές εταιρείας που περιλαμβάνεται στην ευρύτερη έρευνα για χειραγώγηση της αγοράς.
Η Καγιά δήλωσε ότι θεωρούσε αναγκαίο να αναλάβει την πολιτική ευθύνη όσο οι καταγγελίες εξετάζονται, χωρίς να τοποθετηθεί επί της ουσίας τους. Οι έρευνες έχουν διευρυνθεί σε εκατοντάδες υπόπτους, με δεκάδες ανθρώπους να βρίσκονται προφυλακισμένοι.
Η κρίση αποτελεί έτσι ένα νέο τεστ για την τουρκική οικονομία σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα προσπαθεί, μέσω αυστηρής νομισματικής πολιτικής, να τιθασεύσει τον πληθωρισμό και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στη λίρα.
Το άμεσο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο θα κοστίσει η εκκαθάριση των προβληματικών funds στους επενδυτές. Είναι εάν η απώλεια πλούτου, το «πάγωμα» αποταμιεύσεων και η αβεβαιότητα στις αγορές θα αποδειχθούν αρκετά ισχυρά ώστε μια χρηματοπιστωτική κρίση περιορισμένης έκτασης να μετατραπεί σε αισθητό φρένο για την τουρκική οικονομία.