Υπό το βάρος των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και σε συνάρτηση με τις πιθανές συνέπειες ενός μνημονίου κατανόησης μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, εφόσον φτάσει στο στάδιο της τελικής συμφωνίας, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζει να προβαίνει κατά διαστήματα σε δηλώσεις που προκαλούν εντύπωση και δεν μπορούν να αγνοηθούν εύκολα, παρότι ορισμένοι τις κατατάσσουν στο πλαίσιο της επίδειξης ισχύος. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά του Τραμπ στον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθώς υποστήριξε ότι ο τελευταίος ήταν έτοιμος να εμπλακεί στον πόλεμο στο πλευρό του Ιράν, ωστόσο ο ίδιος ο Τραμπ του ζήτησε να μην παρέμβει. «Ήταν ο ιδανικός υποψήφιος για να εμπλακεί στον πόλεμο με το Ιράν, ίσως στο πλευρό του Ιράν, επειδή δεν είναι και μεγάλος οπαδός του Ισραήλ» είπε ο Τραμπ, έχοντας δίπλα του τον γενικό γραμματέα του NATO, Μαρκ Ρούτε.
Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε επίσης επανειλημμένα τις προηγούμενες ημέρες αναφερθεί στο ενδεχόμενο να ανατεθεί στον μεταβατικό πρόεδρο της Συρίας, Άχμεντ αλ-Σάραα, ρόλος παρέμβασης στη λιβανική υπόθεση για την αντιμετώπιση του ζητήματος του οπλισμού της Χεζμπολάχ. Πηγές που παρακολουθούν την κατάσταση επισημαίνουν, μέσω του «Elnashra», ότι οι δηλώσεις Τραμπ για τον ρόλο της Συρίας στον Λίβανο μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με τις αναφορές του περί πιθανής εμπλοκής της Άγκυρας στο πλευρό της Τεχεράνης, παρά τις πιθανές αντιφάσεις στους στόχους. Υπογραμμίζουν δε ότι ο Σάραα, υπό το πρίσμα της υποστήριξης που λαμβάνει από περιφερειακές δυνάμεις, δεν είναι πιθανό να προχωρήσει σε μια τέτοια ενέργεια, ενώ θεωρείται απίθανο να κατορθώσει κάτι που δεν πέτυχε ούτε το ίδιο το Ισραήλ, δεδομένων των σημαντικών διαφορών στις δυνατότητες και τα μέσα.
Όσον αφορά τον Ερντογάν, οι ίδιες πηγές θέτουν ουσιαστικά ερωτήματα γύρω από τις δηλώσεις Τραμπ, τονίζοντας ότι η σύγκρουση με το Ιράν δεν ήταν αποκλειστικά ισραηλινή, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτέλεσαν βασικό εταίρο. Αναρωτιούνται, συνεπώς, αν η Τουρκία θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο πολέμου ακόμη και εναντίον των ΗΠΑ προς υπεράσπιση της Τεχεράνης — κάτι που θεωρείται πρακτικά αδύνατο, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι ο ρόλος της Άγκυρας στη Συρία αποτέλεσε ήδη πλήγμα για την ιρανική επιρροή στην περιοχή.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η Άγκυρα, παρά τον ανταγωνισμό επιρροής με το Τελ Αβίβ, δεν έχει εμπλακεί ποτέ σε άμεση ή έμμεση στρατιωτική αντιπαράθεση μαζί του. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο παραμένει γενικά απομακρυσμένο, δεδομένης της συμμετοχής της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και της στρατηγικής της συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επομένως, αν μια σύγκρουση με το Ισραήλ θεωρείται απίθανη, μια αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον είναι ακόμη λιγότερο ρεαλιστική.
Oρισμένοι κύκλοι ερμηνεύουν τις δηλώσεις Τραμπ ως μορφή πίεσης προς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος εξακολουθεί να εγείρει ενστάσεις στο μνημόνιο κατανόησης με το Ιράν, εν μέσω διαρροών για δυσαρέσκεια του Τραμπ απέναντι στον τρόπο που διαχειρίζεται τις εξελίξεις, ιδίως με δεδομένες τις αυξανόμενες αναφορές στο «τουρκικό κίνδυνο» σε ορισμένους ισραηλινούς κύκλους.