Σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη συγκυρία για τις διατλαντικές σχέσεις, ο Επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς ετοιμάζεται να συναντηθεί στο Παρίσι με τον Αμερικανό ομόλογό του Τζέμισον Γκριρ, σε μια προσπάθεια να αποτραπεί νέα κλιμάκωση στον εμπορικό πόλεμο. Η συνάντηση, που θα πραγματοποιηθεί στο περιθώριο της υπουργικής συνόδου της G7, έρχεται ως άμεση απάντηση στις απειλές των ΗΠΑ για επιβολή νέων δασμών στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα.
Η ένταση πυροδοτήθηκε εκ νέου μετά τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος κατηγόρησε την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι δεν τηρεί τη μεταξύ τους εμπορική συμφωνία, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αύξησης των δασμών σε αυτοκίνητα και φορτηγά που εξάγονται στις ΗΠΑ. Ο Γκριρ, μιλώντας στο CNBC, υιοθέτησε τη γραμμή της Ουάσινγκτον, υποστηρίζοντας ότι η ΕΕ δεσμεύτηκε να άρει τους δασμούς στα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα, χωρίς όμως να προχωρήσει ουσιαστικά στην εφαρμογή. «Δεν έκανε τίποτα», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η καθυστερημένη έγκριση σχετικής νομοθεσίας από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οδήγησε τον Τραμπ στο συμπέρασμα πως «δεν υπάρχει λόγος να τηρηθεί η συμφωνία» από αμερικανικής πλευράς.
Από την πλευρά της, η Κομισιόν απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς αυτούς. Ο εκπρόσωπός της, Τόμας Ρέγκνιερ, διαβεβαίωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζει τη συμφωνία «από την αρχή» και παραμένει πλήρως προσηλωμένη στις δεσμεύσεις της. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι οι ευρωπαϊκές διαδικασίες απαιτούν την έγκριση και από τα κράτη-μέλη πριν από την πλήρη εφαρμογή, σημειώνοντας ότι η Ουάσινγκτον ενημερώνεται διαρκώς για την πρόοδο. «Υπάρχει πρόοδος», τόνισε, επιχειρώντας να ρίξει τους τόνους.
Παρά τις πιέσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφεύγει προς το παρόν τη ρητορική αντιποίνων. «Δεν θα ξεκινήσουμε μια κλιμάκωση απειλών. Επικεντρωνόμαστε στην εφαρμογή», ανέφερε ο εκπρόσωπος, στέλνοντας μήνυμα αυτοσυγκράτησης.
Την ίδια ώρα, το Βερολίνο επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη αποκλιμάκωσης και την προετοιμασία για κάθε ενδεχόμενο. Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Λαρς Κλίνγκμπαϊλ ξεκαθάρισε ότι η Ευρώπη δεν επιθυμεί εμπορικό πόλεμο, αλλά παραμένει «ενωμένη και συντονισμένη» για να αντιδράσει εάν χρειαστεί. Επικαλέστηκε μάλιστα την πρόσφατη εμπειρία της Γροιλανδίας ως παράδειγμα της σημασίας της ευρωπαϊκής ενότητας.
Στο ίδιο μήκος κύματος αλλά με πιο αιχμηρή διάθεση, ο Ισπανός υπουργός Οικονομικών Κάρλος Κουέρπο υπενθύμισε ότι η ΕΕ διατηρεί «όλα τα εργαλεία» για να απαντήσει σε περίπτωση παραβίασης της συμφωνίας, εκφράζοντας ταυτόχρονα την ελπίδα ότι οι ΗΠΑ θα τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους. Η ανησυχία εντείνεται μετά την απειλή Τραμπ για αύξηση των δασμών στα εισαγόμενα αυτοκίνητα στο 25%, από το 15% που είχε αρχικά συμφωνηθεί.
Από τη γαλλική πλευρά, ο υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ υπογράμμισε ότι η συμφωνία βρίσκεται ακόμη υπό διαπραγμάτευση και εξετάζεται «δημοκρατικά» από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εξέφρασε την προσδοκία για συνέχιση των συνομιλιών «με καλή πίστη», με στόχο μια «διαρκή και αμοιβαία επωφελή συμφωνία» που θα ενισχύει τη σταθερότητα και την ανάπτυξη, χωρίς να αποκλείει καμία επιλογή εάν απαιτηθεί.
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στο εμπόριο. Ο Λεσκίρ αναφέρθηκε και στη γεωπολιτική διάσταση, επισημαίνοντας την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών της Ευρώπης και τη δέσμευση της Γαλλίας να διπλασιάσει τον προϋπολογισμό της έως το 2027. «Ζούμε σε έναν νέο κόσμο», σημείωσε, τονίζοντας την ανάγκη προσαρμογής.
Παράλληλα, στο επίκεντρο βρίσκεται και η ενεργειακή ασφάλεια, υπό το βάρος της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Ο Γάλλος υπουργός τόνισε ότι τα μέτρα πρέπει να είναι προσωρινά και να οδηγούν σε βιώσιμες λύσεις, με αιχμή τη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας και τη στροφή προς την ηλεκτροκίνηση και την εγχώρια παραγωγή.
Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο Στενό του Ορμούζ, με τον Λεσκίρ να υπογραμμίζει ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας αποτελεί «ζωτικής σημασίας αρχή» για τη διεθνή κοινότητα, σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις απειλούν να επηρεάσουν κρίσιμες παγκόσμιες αρτηρίες εμπορίου.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο σκηνικό, η συνάντηση στο Παρίσι αποκτά χαρακτήρα κρίσιμου τεστ για το μέλλον των εμπορικών σχέσεων ΕΕ–ΗΠΑ, με το διακύβευμα να εκτείνεται πολύ πέρα από τους δασμούς και να αγγίζει τη συνολική ισορροπία της διεθνούς οικονομίας.