Σε μετωπική σύγκρουση με το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτηρίζοντας «βαθύτατα απογοητευτική» την απόφαση που έκρινε παράνομο μεγάλο μέρος των δασμών που είχε επιβάλει η κυβέρνησή του στα εισαγόμενα προϊόντα.
Σε συνέντευξη Τύπου την Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου, εμφανίστηκε εξοργισμένος, κάνοντας λόγο για «ντροπή του αμερικανικού έθνους» και δηλώνοντας «απίστευτα απογοητευμένος» από την ετυμηγορία. «Ντρέπομαι για λογαριασμό ορισμένων δικαστών», ανέφερε, υποστηρίζοντας μάλιστα -χωρίς να προσκομίσει αποδείξεις - ότι το Ανώτατο Δικαστήριο «επηρεάστηκε από ξένα συμφέροντα». «Οι ξένες χώρες χαίρονται τόσο πολύ τώρα», πρόσθεσε.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι, ενώ του επιτρέπεται να διακόπτει εμπορικές σχέσεις, να επιβάλλει εμπάργκο και να λαμβάνει δραστικά μέτρα, δεν του αναγνωρίζεται η δυνατότητα να επιβάλλει οικονομικές επιβαρύνσεις. Παράλληλα, έστειλε σαφές μήνυμα ότι διαθέτει «ακόμη ισχυρότερες» μεθόδους από τους δασμούς, κάνοντας λόγο για «εξαιρετικές εναλλακτικές» που — όπως ισχυρίστηκε — θα μπορούσαν να αποφέρουν «περισσότερα χρήματα».
Στο πλαίσιο αυτό, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να επιβάλει έναν γενικό παγκόσμιο δασμό 10%, αξιοποιώντας υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο που επιτρέπει στον πρόεδρο να επιβάλλει δασμούς έως 15% για χρονικό διάστημα 150 ημερών. Ωστόσο, για τυχόν παράταση πέραν του διαστήματος αυτού απαιτείται έγκριση από το Κογκρέσο. Επιπλέον, προανήγγειλε ότι θα προσφύγει και σε άλλο νομοθετικό εργαλείο που, όπως είπε, του επιτρέπει «να προστατεύσουμε τη χώρα μας από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές άλλων χωρών και εταιρειών».
Ο Τραμπ επαίνεσε δημοσίως τους δικαστές που μειοψήφησαν, ευχαριστώντας τους Clarence Thomas, Samuel Alito και Brett Kavanaugh «για τη δύναμη, τη σοφία και την αγάπη τους για τη χώρα». Αντίθετα, επιτέθηκε στους υπόλοιπους, τους οποίους χαρακτήρισε «σχεδόν ακροαριστερούς», μέλη της «ομάδας του politically correct» και «ντροπή για το έθνος», υποστηρίζοντας ότι είναι αντίθετοι με οτιδήποτε «θα κάνει ξανά την Αμερική ισχυρή, υγιή και μεγάλη».
Κλιμακώνοντας τη ρητορική του, ο πρόεδρος αμφισβήτησε ακόμη και τον πατριωτισμό των δικαστών που στήριξαν την απόφαση, δηλώνοντας ότι «δεν σέβονται το Σύνταγμα». Επανέλαβε δε τον ισχυρισμό περί εξωτερικών παρεμβάσεων, λέγοντας ότι το δικαστήριο «έχει επηρεαστεί από ξένα συμφέροντα και από ένα πολιτικό κίνημα πολύ μικρότερο απ’ όσο φαντάζεται κανείς».
Παρά το δικαστικό πλήγμα, ο Τραμπ ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει την εμπορική του στρατηγική. «Θα χρησιμοποιηθούν άλλες εναλλακτικές λύσεις για να αντικαταστήσουν εκείνες που το δικαστήριο απέρριψε εσφαλμένα», δήλωσε, προμηνύοντας νέο γύρο πρωτοβουλιών με στόχο — όπως υποστηρίζει — την προστασία της αμερικανικής οικονομίας και τη συνέχιση της επιθετικής εμπορικής πολιτικής του.