Η ρωσική οικονομία φαίνεται πως επανήλθε σε τροχιά ανάπτυξης το περασμένο τρίμηνο, αποφεύγοντας την ύφεση παρά την πίεση που ασκούν τα εξαιρετικά υψηλά επιτόκια. Σύμφωνα με τη διάμεση εκτίμηση οικονομολόγων σε έρευνα του Bloomberg, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν αυξήθηκε κατά 1,5% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο, γεγονός που δείχνει ότι η χώρα πέτυχε ανάπτυξη και σε τριμηνιαία βάση, αποφεύγοντας δύο διαδοχικές συρρικνώσεις – τον ορισμό της τεχνικής ύφεσης. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι οι ρωσικές αρχές επιτυγχάνουν μια «ομαλή προσγείωση» της οικονομίας, παρά την ανησυχία των επιχειρήσεων για το απαγορευτικό κόστος δανεισμού και τη μειωμένη ζήτηση λόγω της σφιχτής νομισματικής πολιτικής της Τράπεζας της Ρωσίας. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της τρέχουσας δυναμικής προέρχεται από τις κρατικές δαπάνες, κυρίως στον αμυντικό τομέα, ενώ οι υπόλοιποι κλάδοι δείχνουν σημάδια επιβράδυνσης, όπως επισημαίνει το Bloomberg.
Ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν, σε πρόσφατη συνάντηση με οικονομικούς αξιωματούχους, αναγνώρισε ότι «πολλοί ειδικοί μιλούν για κινδύνους υπερβολικής επιβράδυνσης ή ακόμη και ύφεσης», αν και εκτίμησε πως η κεντρική τράπεζα δεν βλέπει αυτή τη στιγμή σοβαρούς κινδύνους. Παράλληλα, τόνισε ότι η οικονομική πολιτική πρέπει να παραμείνει σε εγρήγορση ώστε να αποτραπεί μια υπερβολική επιβράδυνση. Η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία αναμένεται να δημοσιεύσει αργότερα σήμερα τα επίσημα στοιχεία για το ΑΕΠ του δεύτερου τριμήνου.
Ύστερα από μια περίοδο ισχυρής ανάπτυξης, η ρωσική οικονομία είχε αρχίσει να δείχνει σημάδια κόπωσης, με το ΑΕΠ να υποχωρεί σε τριμηνιαία βάση το πρώτο τρίμηνο για πρώτη φορά από το 2022. Η Τράπεζα της Ρωσίας ανέφερε πως η οικονομική δραστηριότητα ανέκαμψε μετά το πρώτο τρίμηνο και εκτίμησε ότι η ετήσια ανάπτυξη επιταχύνθηκε στο 1,8% το δεύτερο τρίμηνο, από 1,4% στο προηγούμενο. Ωστόσο, οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις της παρατεταμένης περιόδου υψηλών επιτοκίων παραμένουν. Τον Ιούνιο, ο υπουργός Οικονομίας Μαξίμ Ρεσέτνικοφ προειδοποίησε ότι η χώρα ενδέχεται να πλησιάζει τα όρια της ύφεσης, ενώ ο Πούτιν διαμήνυσε την επόμενη μέρα πως η ύφεση πρέπει να αποφευχθεί με κάθε κόστος.
Το μέλλον της οικονομίας ενδέχεται να επηρεαστεί σημαντικά από τη συνάντηση που έχει προγραμματιστεί για την Παρασκευή στην Αλάσκα μεταξύ του Ρώσου προέδρου και του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, με επίκεντρο τον πόλεμο στην Ουκρανία. Σύμφωνα με τον Ουίλιαμ Τζάκσον, επικεφαλής οικονομολόγο αναδυόμενων αγορών στην Capital Economics, μια συμφωνία για τον τερματισμό των συγκρούσεων με όρους ευνοϊκούς για τη Μόσχα θα μπορούσε να οδηγήσει σε μερική άρση των κυρώσεων, προσφέροντας σημαντική ανάσα σε μια οικονομία που πιέζεται ολοένα και περισσότερο από το κόστος του πολέμου. Αντίθετα, η συνέχιση της σύγκρουσης θα μπορούσε να φέρει νέες αυστηρές κυρώσεις, πιθανόν εστιασμένες στον ενεργειακό τομέα, κάτι που θα αύξανε τον κίνδυνο ύφεσης, σύμφωνα με την Τατιάνα Ορλόβα της Oxford Economics.
Η διοικήτρια της κεντρικής τράπεζας, Ελβίρα Ναμπιουλίνα, η οποία διατήρησε το βασικό επιτόκιο σε επίπεδο-ρεκόρ 21% από τον Οκτώβριο έως τον Ιούνιο, υποβαθμίζει τις ανησυχίες για ύφεση, υποστηρίζοντας ότι η οικονομία απλώς εξέρχεται από μια περίοδο υπερθέρμανσης που τροφοδοτήθηκε από πολεμικές δαπάνες και μέτρα για τον περιορισμό των επιπτώσεων των κυρώσεων. Πρόσφατα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μείωσαν το κόστος δανεισμού κατά 300 μονάδες βάσης στις δύο τελευταίες συνεδριάσεις, ανταποκρινόμενοι στις ενδείξεις επιβράδυνσης.