Ήταν το 1997 όταν ο υπερυπολογιστής «Deep Blue» της IBM νίκησε τον παγκόσμιο πρωταθλητή σκακιού, Γκάρι Κασπάροφ, σε μια αναμέτρηση-έκπληξη που έγινε σύμβολο των δυνατοτήτων των υπολογιστών. Και όμως, ο υπολογιστής εκείνος ήταν πιο αργός ακόμα και από τα σύγχρονα κινητά τηλέφωνα. Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, οι υπερυπολογιστές είναι εκατομμύρια φορές πιο ισχυροί, ανοίγοντας νέους δρόμους στην επιστημονική έρευνα και στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Σε αυτή τη νέα εποχή, η Ελλάδα αποκτά τον δικό της υπερυπολογιστή, τον «ΔΑΙΔΑΛΟ», και ο καθηγητής του ΕΜΠ, Νεκτάριος Κοζύρης, ο άνθρωπος που έχει ζήσει όσο λίγοι την παγκόσμια εξέλιξη των ισχυρών υπολογιστικών συστημάτων, περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ τα σημαντικά στοιχήματα της επόμενης μέρας από τα εγκαίνιά του.
Ο «ΔΑΙΔΑΛΟΣ», που εγκαινιάστηκε πριν από λίγες ημέρες στο Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου, συγκαταλέγεται στα ισχυρότερα υπολογιστικά συστήματα διεθνώς. Με μετρημένη υπολογιστή επίδοση 85,69 PetaFlops, κατατάσσεται στους 31 πρώτους υπερυπολογιστές της παγκόσμιας λίστας Τop500, που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2026. Μόνο 13 χώρες έχουν στην κατάταξη αυτή συστήματα ισχυρότερα από την Ελλάδα (Κίνα, ΗΠΑ, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία, Ελβετία, Φινλανδία, Μ.Βρετανία, Ολλανδία, Ισπανία, Σαουδική Αραβία, Νότια Κορέα και Γαλλία).
Επίσης, ο «ΔΑΙΔΑΛΟΣ» κατατάσσεται στην 23η θέση της λίστας Green500, που αξιολογεί την ενεργειακή αποδοτικότητα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μόλις οκτώ συστήματα σε όλο τον κόσμο είναι στις υψηλότερες 30 θέσεις και στις δύο κατηγορίες ταυτόχρονα, της ταχύτητας υπολογισμών και της ενεργειακής αποδοτικότητας.
«Η Ελλάδα θέλει και φιλοδοξεί να είναι στην πρώτη ταχύτητα των χωρών που αναπτύσσουν τεχνολογία», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Νεκτάρος Κοζύρης, καθηγητής Υπολογιστικών Συστημάτων του ΕΜΠ και εθνικός εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινή Επιχείρηση Υπολογιστών Υψηλής Απόδοσης «EuroHPC».
Το επόμενο μεγάλο στοίχημα για τον κ. Κοζύρη είναι ο «ΔΑΙΔΑΛΟΣ» να λειτουργήσει προς όφελος των ερευνητών, των νεοφυών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Όπως εξηγεί, χρειάζεται να γίνουν οι τελευταίες ρυθμίσεις, εγκατάσταση λογισμικού και κάποιες δοκιμές και ο στόχος είναι «το αργότερο σε ένα-δύο μήνες να δοθεί προς χρήση, να είναι στη διάθεση ανθρώπων, οι οποίοι θα αρχίσουν να πειραματίζονται και θα αρχίσουν να το προγραμματίζουν».
Επιπλέον, βρίσκεται σε εξέλιξη το στήσιμο του εργοστασίου τεχνητής νοημοσύνης PHAROS, που θα συνδυάσει την υπολογιστική ισχύ του «ΔΑΙΔΑΛΟΥ» με δεδομένα, τεχνογνωσία, εργαλεία, εκπαίδευση και εξειδικευμένη υποστήριξη για την ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης.
Η πρόσβαση στον «ΔΑΙΔΑΛΟ» των ενδιαφερόμενων από την Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη θα γίνεται οργανωμένα, μέσω συγκεκριμένων διαδικασιών και προσκλήσεων του Εθνικού Δικτύου Υποδομών Τεχνολογίας και Έρευνας (ΕΔΥΤΕ) και του EuroHPC και όπου προβλέπεται σε θέματα τεχνητής νοημοσύνης μέσω του «PHAROS AI Factory».
Είναι σημαντικό, υπογραμμίζει ο κ. Κοζύρης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «να υπάρχει διάρκεια στην επένδυση αυτή». «Δηλαδή δεν μετράει κάποια στιγμή να κάνεις κάτι μεγάλο, μετράει να κάνεις σταθερά, σίγουρα και συνεχή βήματα, άρα επενδύσεις στον χώρο της τεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης, των υπερυπολογιστών, γενικά στον χώρο των υποδομών».
Ο ίδιος συμπληρώνει ότι «οι εθνικές υποδομές δίνουν σε ένα κράτος μια άλλη αυτοπεποίθηση. Ένα κράτος για να μπορεί να έχει αυτονομία και να χαράσσει μόνο του την πολιτική του θα πρέπει να έχει αυτοδυναμία στα πάντα. Όλα τα μεγάλα κράτη έχουν τεχνολογία αλλά δεν πρέπει να κάνεις μία εμφάνιση μια φορά, αλλά να είσαι σταθερός. Δηλαδή, να φτιάξεις ένα οικοσύστημα και να το βοηθάς συνέχεια».
Τριάντα χρόνια έρευνας στους υπερυπολογιστές
Ο Νεκτάριος Κοζύρης ασχολείται με τους υπερυπολογιστές εδώ και 30 χρόνια. Χαρακτηρίζει τον τομέα αυτό ως «Formula 1». «Πάντα τις καινούριες εξελίξεις τις βλέπεις στους υπερυπολογιστές. Είναι ένας χώρος που έχει ό,τι πιο ενεργειακά αποδοτικό, ό,τι πιο κορυφαίο σε επίδοση και έχει τις αρχιτεκτονικές που θα βλέπεις στα συστήματα των καταναλωτών τα επόμενα χρόνια», υπογραμμίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Στα τέλη του 2018, ο στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αναπτύξει ισχυρούς υπερυπολογιστές οδήγησε στην ίδρυση του ευρωπαϊκού οργανισμού «EuroHPC». Ωστόσο, το EuroHPC δεν ασχολείται μόνο με υπερυπολογιστές, αλλά έχει ως ευρύτερη αποστολή να ενισχύσει την ψηφιακή αυτονομία της Ευρώπης, μέσα από έρευνα και σχεδιασμό προηγμένων τσιπ την επόμενη δεκαετία.
Σήμερα, το EuroHPC αριθμεί 39 χώρες- μέλη και 14 εθνικούς υπερυπολογιστές στο δίκτυό του, με πέντε από αυτούς να συγκαταλέγονται στα κορυφαία 30 συστήματα παγκοσμίως. Επίσης, αριθμεί δέκα κβαντικούς υπολογιστές και έχει φτιάξει 19 AI factories, με άλλες 13 χώρες να είναι γύρω από αυτά ως αντένες. Επιπλέον, χρηματοδοτεί ερευνητικά έργα σχετικά με τα τσιπ, το λογισμικό, την κβαντική τεχνολογία και τους υπερυπολογιστές, με την Ελλάδα και τα ερευνητικά της ιδρύματα να μετέχουν σε πολλά από αυτά.
Το όραμα του ΔΑΙΔΑΛΟΥ
Όταν ο Νεκτάριος Κοζύρης ανέλαβε εθνικός εκπρόσωπος της Ελλάδας στο EuroHPC, το 2020, είχε διακρίνει ότι η αύξηση των δεδομένων και η αναμενόμενη ενίσχυση του ρόλου της τεχνητής νοημοσύνης θα απαιτούσαν ολοένα ισχυρότερα συστήματα.
Από την πρόβλεψη του καιρού και την έγκαιρη εκτίμηση της πορείας μιας πυρκαγιάς έως την ανάπτυξη νέων φαρμάκων και τον σχεδιασμό βιομηχανικών προϊόντων χωρίς αμέτρητες δαπανηρές δοκιμές, οι υπερυπολογιστές ανοίγουν νέους δρόμους για την επιστήμη, την οικονομία και την κοινωνία.
«Είναι τρομακτικές οι δυνατότητες που σου δίνει αυτή η υποδομή και μπορεί να μην το βλέπουμε άμεσα αλλά όλα τα προϊόντα, οι υπηρεσίες, η επεξεργασία των δεδομένων που παίρνουμε, έχουν από πίσω τέτοια συστήματα. Ακόμα και πολιτικές που μπορεί να φτιάξει η πολιτεία για κάτι, προϋποθέτουν επεξεργασία δεδομένων και αναλύσεις που μπορεί να τις κάνει ένα τέτοιο μεγάλο σύστημα. Επομένως, είναι το εργαλείο μας», επισημαίνει ο Νεκτάριος Κοζύρης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Στις αρχές του 2021, το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης σχεδίαζε την ανάπτυξη μιας μεγάλης εθνικής υποδομής και μια ομάδα μηχανικών από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το ΕΔΥΤΕ και Έλληνες της διασποράς, μεταξύ των οποίων και ο κ. Κοζύρης, άρχισαν τη σχεδίαση του υπερυπολογιστή. Η σχεδίαση του «ΔΑΙΔΑΛΟΥ», όπως περιγράφει ο κ. Κοζύρης, ήταν αρκετά πρωτοποριακή: ένα σύστημα απευθείας υγρόψυξης, αποκλειστικά με ισχυρούς επεξεργαστές superchips που δεν ήταν ακόμα εμπορικά διαθέσιμοι. Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε επιτυχημένη: η εξάπλωση της Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης στο ευρύ κοινό έστρεψε και τις υπόλοιπες υπερυπολογιστικές υποδομές να εστιάσουν στις νέες αυτές τεχνολογίες.
Σχετικά με την περιβαλλοντική επιβάρυνση των data centers, ο κ. Κοζύρης εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι καθώς η Ευρώπη εισήλθε σχετικά αργά στην ανάπτυξη μεγάλων κέντρων δεδομένων, έχει ένα πλεονέκτημα: οι τεχνολογίες που τα κέντρα δεδομένων αξιοποιούν είναι τελευταίας γενιάς, πιο αποδοτικές ως προς την κατανάλωση νερού. Το σύστημα του «ΔΑΙΔΑΛΟΥ», επισημαίνει, «χρησιμοποιεί κλειστό κύκλωμα υδρόψυξης, σαν το ψυγείο ενός καινούριου αυτοκινήτου, που δεν έχει καμία απώλεια νερού».
Ωστόσο, συμπληρώνει ότι καθώς το ζήτημα δεν είναι μόνο το νερό, αλλά και η ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνεται, είναι αναγκαίο «να αυστηροποιηθούν οι όροι με τους οποίους αναπτύσσεται ένα data center, δηλαδή όταν κάποιος παίρνει άδεια να αναπτύξει ένα data center, θα πρέπει να καταθέτει μαζί όλη την τεχνολογική του λύση, τι αποτύπωμα θα έχει στο περιβάλλον και στην κατανάλωση του νερού, τι τεχνολογίες θα χρησιμοποιεί για την ψύξη και ίσως να έχει κάνει και κάποιες δεσμευτικές μετρήσεις».
Τα AI Gigafactories
Το 2027, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το EuroHPC ξεκινούν τη νέα γενιά μεγάλων υποδομών, τα Gigafactories τεχνητής νοημοσύνης, δημοσιεύοντας πρόσκληση για κατασκευή των επτά πρώτων, τεσσάρων μεσαίας κλίμακας και τριών μεγάλης. Η Ελλάδα έχει δηλώσει παρούσα με σημαντική συμμετοχή και στην πρωτοβουλία αυτή δεσμεύοντας 350 εκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης ως χρηματοδοτική βάση για τη συμμετοχή της στις επενδύσεις.
«Υπάρχει πολύ σοβαρή αντιμετώπιση από την ελληνική πολιτεία», σχολιάζει ο κ. Κοζύρης. «Στην επόμενη μεγάλη μέρα των Gigafactories και καθώς φαίνεται ότι αυτό είναι σημαντικό για την αυτονομία της χώρας και της Ευρώπης, η Ελλάδα επενδύει στις μεγάλες υποδομές», καταλήγει.