Ισχυρή αύξηση εσόδων και κερδοφορίας κατέγραψε ο ελληνικός εταιρικός τομέας το 2024, ωστόσο πίσω από τη θεαματική άνοδο των κερδών κρύβεται μια σημαντική συγκέντρωση: μόλις τρεις μεγάλες εταιρείες ευθύνονται για περίπου το 81% της συνολικής αύξησης.
Σύμφωνα με την έκδοση «Η Ελλάδα σε Αριθμούς» της ICAP CRIF, η οποία βασίζεται στις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις 36.248 επιχειρήσεων, ο συνολικός κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 6,2% και διαμορφώθηκε στα 273,6 δισ. ευρώ το 2024, από 257,7 δισ. ευρώ το 2023.
Τα καθαρά κέρδη προ φόρων ενισχύθηκαν κατά 24,3%, αγγίζοντας τα 29,3 δισ. ευρώ, έναντι 23,6 δισ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα. Η εικόνα, όμως, είναι σαφώς λιγότερο εντυπωσιακή εάν αφαιρεθούν από το δείγμα οι τρεις εταιρείες που εμφάνισαν έκτακτα υψηλά μη λειτουργικά έσοδα. Σε αυτή την περίπτωση, η αύξηση της συνολικής κερδοφορίας περιορίζεται στο 6,1%.
Ωστόσο, η συνολική κερδοφορία του εταιρικού τομέα καθοδηγείται, κατά βάση, από την κατακόρυφη διεύρυνση των μη λειτουργικών αποτελεσμάτων τριών εταιρειών, μία εκ των οποίων ανήκει στον κλάδο της μεταποίησης (Α.Ε. ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΤΙΤΑΝ) και δύο στις λοιπές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ Α.Ε. και ΠΕΙΡΑΙΩΣ FINANCIAL HOLDINGS Α.Ε. – ανενεργή από το 2025). Εάν από το δείγμα εξαιρεθούν οι εταιρείες αυτές, τότε η αύξηση των καθαρών κερδών περιορίζεται στο 6,1%.
Αναλυτικότερα, από τους δώδεκα ευρύτερους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας που εξετάζονται στην ανάλυση, οι δέκα ήταν κερδοφόροι το 2024. Την υψηλότερη κερδοφορία κατέγραψαν, κατά σειρά, οι κλάδοι της μεταποίησης, των τραπεζών, του εμπορίου και των λοιπών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.
Συνολικά, παρά τις διαφοροποιήσεις στα αποτελέσματα των επιμέρους κλάδων, η γενικότερη εικόνα του εγχώριου εταιρικού τομέα παραμένει θετική, ενισχύοντας τις προοπτικές της Ελληνικής Οικονομίας. Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επιβεβαιώνουν την ανοδική τάση, με εκτιμώμενη αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,2% το 2026, ρυθμός που παραμένει σταθερά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Οι διαρθρωτικές προκλήσεις παραμένουν, όμως ο εταιρικός τομέας, επενδύοντας συστηματικά στη δημιουργία υψηλής προστιθέμενης αξίας, στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού και στην επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, αναμένεται να συμβάλει καθοριστικά στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της εξωστρέφειας της Ελληνικής Οικονομίας.
Μελετώντας τα οικονοµικά αποτελέσµατα των ελληνικών επιχειρήσεων για το 2024, παρατηρείται ότι ο Εταιρικός Τοµέας σηµείωσε αξιόλογες µεταβολές στα κύρια µεγέθη του.
Ως προς την Κερδοφορία, επισηµαίνεται πως οι ευρύτεροι κλάδοι της Μεταποίησης και των Λοιπών Χρηµατοπιστωτικών Υπηρεσιών συνέβαλαν, από κοινού, κατά περίπου 81% στη συνολική διεύρυνση. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η σηµαντική αυτή αύξηση οφείλεται ουσιαστικά σε τρεις εταιρείες (µία στη Μεταποίηση και δύο στις Λοιπές Χρηµατοπιστωτικές Υπηρεσίες) οι οποίες, εάν αφαιρεθούν από το δείγµα του συνολικού Εταιρικού Τοµέα, τα συνολικά Καθαρά Κέρδη εµφανίζονται αυξηµένα κατά 6,1% το 2024/2023 (αντί για 24,3%).
Στα 252,2 δισ. ευρώ ο τζίρος των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων
Οι 35.683 επιχειρήσεις του μη χρηματοπιστωτικού τομέα αύξησαν τον συνολικό κύκλο εργασιών τους κατά 5,7%, στα 252,2 δισ. ευρώ. Τα μικτά κέρδη ενισχύθηκαν κατά 11,1%, ενώ το περιθώριο μικτού κέρδους βελτιώθηκε στο 25,1% από 23,9%. Τα λειτουργικά αποτελέσματα αυξήθηκαν κατά 8,8%, παρά την άνοδο κατά 11,2% των δαπανών διοίκησης και διάθεσης και κατά 8,7% των χρηματοοικονομικών δαπανών.
Τα καθαρά κέρδη προ φόρων του τομέα διαμορφώθηκαν σε 20,3 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 20,2%. Εάν, ωστόσο, αφαιρεθεί η επίδραση της ΤΙΤΑΝ, η πραγματική αύξηση περιορίζεται στο 5,2%.
Οι περισσότεροι και συγκεκριµένα, οι επτά από τους εννέα ευρύτερους κλάδους του Μη Χρηµατοπιστωτικού Τοµέα πέτυχαν αύξηση Πωλήσεων το 2024. Την υψηλότερη ποσοστιαία άνοδο σηµείωσε ο κλάδος των Κατασκευών (+26,3%), ακολουθούµενος από αυτούς των Μεταφορών – Επικοινωνιών (+18,0%) και των Ορυχείων – Λατοµείων (+15,6%). Παρόλα αυτά, τη µεγαλύτερη επίδραση στη διαµόρφωση του συνολικού Κύκλου Εργασιών του Μη Χρηµατοπιστω-τικού Τοµέα είχε ο ευρύτερος κλάδος του Εµπορίου, ο οποίος παρότι παρουσίασε µικρότερη ποσοστιαία µεγέθυνση σε σχέση µε τους περισσότερους κλάδους (+4,8%), προκάλεσε το 1/3 της συνολικής µεταβολής του Τοµέα. Οι δύο ευρύτεροι κλάδοι που υπέστησαν µείωση στον Κύκλο Εργασιών τους το 2024, ήταν εκείνοι της Γεωργίας - Αλιείας (-5,3%) και της Ενέργειας - Ύδρευσης (-5,7%). Εντούτοις, η συγκεκριµένη συρρίκνωση δεν επηρέασε αξιόλογα την πορεία του Μη Χρηµατοπιστωτικού Τοµέα, καθώς οι Πωλήσεις των προαναφερθέντων κλάδων αποτελούν µικρό τµήµα των συνολικών Πωλήσεων (Γεωργία – Αλιεία: 1,0%, Ενέργεια – Ύδρευση: 6,2%).
Κατασκευές και μεταφορές στην κορυφή
Την υψηλότερη ποσοστιαία αύξηση πωλήσεων σημείωσαν οι κατασκευές, με τον τζίρο του κλάδου να ενισχύεται κατά 26,3%, στα 11,7 δισ. ευρώ. Τα προ φόρων κέρδη αυξήθηκαν ακόμη ταχύτερα, κατά 53,6%, φθάνοντας τα 1,1 δισ. ευρώ. Ακολούθησαν οι μεταφορές και επικοινωνίες, με αύξηση εσόδων κατά 18%, στα 16,8 δισ. ευρώ, και κερδών κατά 12,7%, στα 2,1 δισ. ευρώ. Ισχυρή ανάπτυξη σημείωσαν και οι λοιπές υπηρεσίες, όπου οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 14,4%, στα 23,8 δισ. ευρώ, και τα κέρδη κατά 16,5%, στα 3,3 δισ. ευρώ.
Στα ξενοδοχεία και την εστίαση, ο κύκλος εργασιών ενισχύθηκε κατά 11,5%, στα 7,7 δισ. ευρώ, ενώ τα κέρδη αυξήθηκαν κατά 8,1%, στα 858 εκατ. ευρώ.
Το εμπόριο παρέμεινε μακράν ο μεγαλύτερος κλάδος σε όρους πωλήσεων, με τζίρο 95,8 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 4,8%. Παρά το σχετικά περιορισμένο ποσοστό ανόδου, ο κλάδος συνέβαλε περίπου κατά το ένα τρίτο στη συνολική αύξηση των πωλήσεων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα. Τα κέρδη του διαμορφώθηκαν σε 4,1 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 4,4%.
Ενέργεια: Μικρότερος τζίρος, πτώση 36% στα κέρδη
Αντίθετη πορεία ακολούθησε ο κλάδος της ενέργειας και ύδρευσης. Η αποκλιμάκωση των ενεργειακών τιμών περιόρισε τον κύκλο εργασιών κατά 5,7%, στα 15,7 δισ. ευρώ. Παρά τη βελτίωση του μικτού περιθωρίου κέρδους στο 26%, τα καθαρά κέρδη υποχώρησαν κατά 36%, στα 707 εκατ. ευρώ, από 1,1 δισ. ευρώ το 2023. Η πτώση αποδίδεται κυρίως στην έντονη επιδείνωση των μη λειτουργικών αποτελεσμάτων.
Μείωση πωλήσεων κατά 5,3% παρουσίασε και η γεωργία-αλιεία, αν και οι ζημίες του κλάδου περιορίστηκαν στα 16 εκατ. ευρώ από 49 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, στα ορυχεία και λατομεία ο τζίρος αυξήθηκε κατά 15,6%, αλλά οι ζημίες υπερτετραπλασιάστηκαν, φθάνοντας τα 85 εκατ. ευρώ.
Κερδοφόρες τρεις στις τέσσερις επιχειρήσεις
Από τις 35.683 μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις του δείγματος, οι 26.228, δηλαδή το 73,5%, ήταν κερδοφόρες το 2024. Από αυτές, οι 22.563 είχαν εμφανίσει κέρδη και το 2023, ενώ 3.665 επιχειρήσεις κατάφεραν να επιστρέψουν σε θετικό αποτέλεσμα, καταγράφοντας σωρευτικά κέρδη 741,5 εκατ. ευρώ.
Στον αντίποδα, 9.455 επιχειρήσεις παρέμειναν ή πέρασαν σε ζημιογόνο θέση. Οι συνολικές ζημίες τους αυξήθηκαν στα 3,1 δισ. ευρώ, από περίπου 2,9 δισ. ευρώ το 2023. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι 6.160 εταιρείες, δηλαδή σχεδόν τα δύο τρίτα των ζημιογόνων επιχειρήσεων, βρίσκονταν στο «κόκκινο» για δεύτερη διαδοχική χρονιά.
Τράπεζες και ασφαλιστικές
Στον χρηματοπιστωτικό τομέα, τα συνολικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 11,5%, στα 21,4 δισ. ευρώ, ενώ τα κέρδη ενισχύθηκαν κατά 34,7%, στα 9 δισ. ευρώ. Οι 13 τράπεζες του δείγματος αύξησαν τα έσοδά τους κατά 12,7%, στα 14,9 δισ. ευρώ. Τα κέρδη προ φόρων, ωστόσο, παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα στα 4,4 δισ. ευρώ, με άνοδο μόλις 0,5%. Οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 13,1 δισ. ευρώ, ενώ τα ίδια κεφάλαια των τραπεζών ενισχύθηκαν κατά 11,8%, στα 32,8 δισ. ευρώ.
Στις ασφαλιστικές εταιρείες, τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 11,5%, στα 4,1 δισ. ευρώ, ενώ τα κέρδη κατέγραψαν άνοδο 56,9%, φθάνοντας τα 482 εκατ. ευρώ.
Περισσότερες επενδύσεις, αλλά και υποχρεώσεις
Το συνολικό ενεργητικό των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 8,1%, στα 320,7 δισ. ευρώ. Τα καθαρά πάγια ενισχύθηκαν κατά 8,3%, στα 182,2 δισ. ευρώ, εξέλιξη που υποδηλώνει συνέχιση της επενδυτικής δραστηριότητας. Παράλληλα, όμως, οι συνολικές υποχρεώσεις αυξήθηκαν κατά 8,3%, στα 189,2 δισ. ευρώ. Ιδιαίτερα οι μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις ενισχύθηκαν κατά 12,7%, στα 86,7 δισ. ευρώ, έναντι αύξησης 4,9% στις βραχυπρόθεσμες.
Η συνολική εικόνα δείχνει έναν εταιρικό τομέα που διεύρυνε τις δραστηριότητες και τα περιθώριά του το 2024, αλλά με την κερδοφορία να παραμένει άνισα κατανεμημένη. Πίσω από το εντυπωσιακό άλμα του 24,3%, η υποκείμενη αύξηση των κερδών ήταν αρκετά πιο συγκρατημένη και πολύ πιο κοντά στην πραγματική ταχύτητα με την οποία κινούνται οι περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις.